Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 σε θεσσαλικό έδαφος

HomeΙΣΤΟΡΙΑ

Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 σε θεσσαλικό έδαφος

Της Αποστολίας Πάνου

Δεκαέξι μόλις χρόνια μετά την προσάρτηση και απελευθέρωση της Θεσσαλίας από τον τούρκικο ζυγό(1881), και ενώ ο κόσμος στα χωριά και στις πόλεις προσπαθούσε να στήσει τη ζωή του, τα σύννεφα του πολέμου πυκνώνουν και ο λαός της Θεσσαλίας θα ξαναπεράσει για 14 μήνες σε οθωμανική κατοχή.

 Πρόκειται για τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, που  προκλήθηκε με αφορμή την επέμβαση της κυβέρνησης Δηλιγιάννη στο Κρητικό Ζήτημα.

Πιο συγκεκριμένα, κάτω από την πίεση του επιζήμιου ‘’πατριωτισμού’’ και των ανεύθυνων ενεργειών της λεγόμενης Εθνικής Εταιρείας   που απέστειλε ένοπλες δυνάμεις προς συμπαράσταση των επαναστατημένων το 1896 Κρητών, η ελληνική κυβέρνηση εμπλέκεται σε πόλεμο με την Τουρκία (Απρίλιος του 1897) με τον ελληνικό στρατό απαράσκευο∙ αγέλη χαρακτήρισε τον  ελληνικό στρατό της εποχής ο  Χαρίλαος Τρικούπης από το βήμα της Βουλής…

Σ’ αντίθεση με τον καλύτερα καταρτισμένο τουρκικό στρατό, ανεπαρκής ήταν ο οπλισμός και τα στελέχη του. Άλλωστε, το μεγαλύτερο μέρος του στρατεύματος προερχόταν από τη Μικρά Ασία, η οποία  αποτέλεσε την καλύτερη και πιο ανελέητη στρατιά κάτω από την οθωμανική σημαία.

Οι προειδοποιήσεις μέσω του τύπου για επίδειξη αυτοσυγκράτησης του λαού μπροστά σε μια κρίσιμη απόφαση εμπλοκής στην περιπέτεια του πολέμου, δεν είχαν αποτέλεσμα στην κοινή γνώμη, η οποία ήδη είχε διαμορφωθεί υπέρ της στρατιωτικής αναμέτρησης.

Το Μάρτιο του 1897, ευρωπαϊκές και αμερικανικές εφημερίδες στέλνουν ανταποκριτές, για να καλύψουν τις εχθροπραξίες, μιας και θεωρείται σχεδόν βέβαιος ο επερχόμενος πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Τα γεγονότα είναι ραγδαία. Το Μάρτιο του 1897,  3.000 ένοπλοι  οργανωμένοι από την Εθνική Εταιρεία εισέβαλαν στην περιοχή της Κρανιάς και καταδίωξαν ασθενείς τουρκικές φρουρές, όμως αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στο ελληνικό έδαφος, αφού ήρθαν αντιμέτωποι και προσβλήθηκαν από τμήματα του τουρκικού στρατού.

Η Πύλη αποφάσισε τη διακοπή των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αφού η ενέργεια αυτή αποτέλεσε αφορμή πολέμου.

Η πανικόβλητη φυγή από τη Λάρισα (Απρίλιος 1897) Θεσσαλικά Χρονικά

      Η πρώτη φάση του ελληνοτουρκικού πολέμου ήταν η μάχη των συνόρων (εκτός της ελληνικής επικράτειας ήταν τότε η Ελασσόνα). Πρόκειται για πολυήμερες συγκρούσεις στο τμήμα της οροθετικής γραμμής στα βόρεια της Λάρισας και έγιναν με σκοπό να βελτιώσουν τη στρατηγική τους θέση οι αντίπαλες δυνάμεις.

Επικεφαλής της ελληνικής ταξιαρχίας  που είχε καταλάβει τη γραμμή Μπουγάζι- Λουσφάκι -Γκριτζόβαλη – Μελούνα, ήταν ο ταξίαρχος Μαστραπάς και διοικητής των τουρκικών στρατευμάτων ο Ετέμ Πασάς. Στις θέσεις Ρεβένι, Μπουγάζι, Νεζερό, Μάτι δίνονται μεγάλες μάχες ενώ ισχυρές δυνάμεις καλύπτουν το στενό της Μελούνας.

Στις 8 Απριλίου 1897, από τη Μελούνα κατέβηκαν στα βόρεια της περιοχής Μάτι κοντά στον Τύρναβο τα τουρκικά στρατεύματα, τα οποία οι ελληνικές δυνάμεις περιορίστηκαν να παρεμποδίσουν με βολές πυροβολικού.

Και παρά την εντολή από το ελληνικό αρχηγείο να καταληφθεί το Μάτι, όπου υπήρχε πρόταση να προκληθεί τεχνητή πλημμύρα, για να περιοριστεί το μέτωπο εισβολής και να απωθηθεί ο εχθρός προς τις ορεινές διαβάσεις, αυτό δεν έγινε εφικτό. Ανταποκριτές εφημερίδων που καλύπτουν τα γεγονότα,  αναφέρουν ότι το σχέδιο των Τούρκων ήταν να προωθήσουν το μεγαλύτερο μέρος του ισχυρού στρατού τους πρώτα προς τον Τύρναβο και από εκεί στη Λάρισα, όπου είχε στρατοπεδεύσει υπολογίσιμος αριθμός ελληνικών δυνάμεων.

Oι Τούρκοι κοντά στο Μάτι κυρίευσαν δύο χωριά, την Λυγαριά και το Καρατζόλι, δύο δευτερεύοντες σταθμούς του περάσματος της Μελούνας. Η πιο αποφασιστική μάχη του πολέμου διεξάγεται σε όλη την έκταση από την περιοχή που εκτείνεται από το Μάτι μέχρι το χωριό Δελέρια -μάχη όχι δευτερεύουσας σημασίας από στρατηγική άποψη–που αποτελεί και την τελική φάση της μάχης των συνόρων.

 Ο εχθρός θέλοντας να διασπάσει την ελληνική παράταξη, επιτέθηκε στο Μάτι και στα Δελέρια, όπου και διέθεσε το μεγαλύτερο μέρος της δύναμής του, ενώ από την ελληνική πλευρά διατέθηκε ένα περίπου σύνταγμα, δηλαδή μόνο το 1/10 των δυνάμεων του θεσσαλικού μετώπου αντιμετώπισε το βάρος της εχθρικής επίθεσης, γεγονός που δημιουργεί ευθύνες για το Αρχηγείο.

Ασυνεννοησία μεταξύ διαδόχου, μέραρχου και ταξίαρχου και η σύγχυση που επικράτησε, είναι κάποιες από τις αιτίες, στις οποίες οφείλεται η κατάληψη των Δελερίων και η άτακτη υποχώρηση που ακολούθησε.

Τη νύχτα της 11ης Απριλίου τα Δελέρια και το Μουσαλάρ ύστερα από 16 χρόνια ελεύθερου βίου γνώρισαν ξανά την τουρκική κατοχή και τη μανία των βαζιβουζούκων (ατάκτων στρατιωτών).

Ο ανταποκριτής του Associated Press επιβεβαιώνει την υποχώρηση του ελληνικού στρατού προς τη Λάρισα και επικαλούμενος συνέντευξη του Ετέμ πασά σε συνάδελφό του αναφέρει: o Ετέμ πασάς γελώντας είπε: «Είμαι πραγματικά ευγνώμων στον διοικητή του ελληνικού στρατεύματος, ο οποίος μου έδωσε αυτά τα μέρη.

Η ελληνική υποχώρηση ήταν γενική πανωλεθρία. Άφησαν τα πάντα πίσω, συμπεριλαμβανομένων τεράστιων ποσοτήτων πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν.»

   Η είδηση της ήττας των ελληνικών στρατευμάτων στο Μάτι, της κατάληψης του Τυρνάβου και της Λάρισας και της άτακτης υποχώρησης των πριγκίπων και του ελληνικού στρατού στα Φάρσαλα, προκάλεσε αντιδράσεις του λαού κατά των υπευθύνων της ταπεινωτικής ήττας και κυρίως κατά του επικεφαλής των στρατευμάτων πρίγκιπα Κωνσταντίνου. Την κυβέρνηση Δηλιγιάννη τη διαδέχθηκε κυβέρνηση οικουμενικής ανοχής του Δημητρίου Ράλλη.

   Στο μεταξύ, μετά την υποχώρηση του ελληνικού στρατού στα Φάρσαλα, επακολούθησε και γενική έξοδος του αμάχου πληθυσμού. Στο χρονικό διάστημα μεταξύ 14ης και 24ης Απριλίου 1897 η ελληνική ταξιαρχία με διοικητή το συνταγματάρχη Κωσταντίνο Σμολένσκη έδωσε αλλεπάλληλες μάχες άνισες κοντά στο Βελεστίνο, από όπου απώθησε τους Τούρκους.

Στις 23 Απριλίου μεγάλη επίθεση πολύ ισχυρών τουρκικών δυνάμεων ανάγκασε σε υποχώρηση τον κύριο όγκο του ελληνικού στρατού από Φάρσαλα στο Δομοκό, όπου δόθηκε και η τελευταία μάχη.

Στις 26 Απριλίου οι Τούρκοι καταλαμβάνουν το Βόλο και έξω απ’ τη Λαμία υπογράφεται η ανακωχή με την παρέμβαση της Ρωσίας και, τέλος, στις 22 Νοεμβρίου 1897 υπεγράφη στην Κωνσταντινούπολη συνθήκη ειρήνης.

 Η Ελλάδα εκκενώνει μια περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στον Όλυμπο και τα Καμβούνια όρη και  η οποία θα περιέλθει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτά ήταν τα εδαφικά οφέλη της Τουρκίας και αφορούσαν σε στρατηγικές θέσεις υψωμάτων και όχι σε κατάληψη κατοικημένων περιοχών, εκτός από ένα χωριό, την Κουτσούφλιανη (δυτικά της Ελασσόνας).

Προβλεπόταν εκκένωσή της και οι κάτοικοί της θα μετεγκαθίσταντο σε μια νοτιότερη περιοχή μέσα σε ελληνικό έδαφος. H αναμέτρηση, λοιπόν, αυτή τελείωσε χωρίς ουσιαστικές εδαφικές απώλειες για τη Θεσσαλία και το ελληνικό κράτος.

    Ωστόσο, ο πόλεμος του 1897,  η σκοτεινή πλευρά της Μεγάλης Ιδέας, αποτέλεσε και εθνική ταπείνωση για τη χώρα, αφού υποχρεώθηκε στην καταβολή πολεμικής αποζημίωσης στην Τουρκία, της επιβλήθηκε διεθνής οικονομικός έλεγχος και καταδείχθηκαν οι σοβαρές αδυναμίες σε στρατιωτικό επίπεδο. Όσο για τους Θεσσαλούς, ο πόλεμος αυτός ήταν ‘’αληθινός εφιάλτης’’.

Για τη συντήρηση περίπου 100.000 ανδρών που εγκατέστησαν οι νικητές, ακολούθησε ληστρική εκμετάλλευση των οικονομικών πόρων της περιοχής και φυγή πολλών κατοίκων στη νότια Ελλάδα από τον φόβο των Τούρκων.

Οι Οθωμανοί λεηλάτησαν νοικοκυριά, άρπαξαν σοδειές, έσφαξαν χιλιάδες πρόβατα και αροτριώντα ζώα και στις πόλεις βρέθηκαν στο στόχαστρό τους εμπορικές αποθήκες και καταστήματα.

Αν και ήθελαν να αρπάξουν και τη σοδειά του 1898, οι Οθωμανοί πιεζόμενοι από τις Μεγάλες Δυνάμεις αποχώρησαν τέλος Απριλίου με  αρχές Μαΐου του 1898. Για την υποχώρηση του ελληνικού στρατού το 1897 η εφημερίδα Όλυμπος γράφει στις 17-6-1898 …

Λύπην αλγεινήν γεννά εν ημίν η επελθούσα κατάστασις και η εθνική ημών φιλοτιμία τιτρώσκεται εις τα καίρια, όταν αναλογιζώμεθα ότι εξέφυγον των χειρών ημών προσκαίρως απραγματοποίητοι οι προαιώνιοι πόθοι του Ελληνισμού, και τα εθνικά ημών ιδεώδη δεν προσέλαβον την προσδοκωμένην πραγματικήν ενσάρκωσιν εν τω τελευταίω πολέμω.’’

    Για την επίδραση που είχε στην εμπόλεμη περιοχή η έκβαση του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 κάνει λόγο η ακόλουθη διήγηση, ανέκδοτη παράδοση, που αποδίδει τη σωτηρία του Τυρνάβου σε θαυματουργική επέμβαση ενός προστάτη αγίου :

“Το 1897 οι Τούρκοι κατέβιναν να κάψ’νε τουν Τούρναβο. Όλοι οι Τουρναβίτες έφυγαν και πήγαν στη Λαμία κι στουν Τούρναβο έμειναν μόνο οι γριές και οι γέρ’. Οι Τούρκ’κατέβ’καν απ’ του Λουσφάκ’. Έδωσε διαταγή η κόλαγας και κάψαν τουν Προφήτ’ Ηλία, ύστιρα πήγαν να κάψουν τουν Άϊ- Θανάσ’.

Μόλις έβαλαν φουτιά η κόλαγας πρήσ’κε ούτε να μ’λήσ’ μπουρούσι ούτε να φάει. Έδωσι διαταγή τότε στου γραμματέα να τ’ δώσ’ χαρτί και μολύβ’ κι έγραψι να μην κάψ’νε τουν Τούρναβο κι αμέσως έχτισι τ’ς εκκλησές και γλύτωσι ου Τούρναβος.”

 

Από το βιβλίο μου: Η ΡΟΔΙΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ

Η Αποστολία Πάνου εργάστηκε ως φιλόλογος και είναι συγγραφέας με καταγωγή από την Ροδιά Τυρνάβου.