Περί της προσάρτησης της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος (1881)

HomeΙΣΤΟΡΙΑ

Περί της προσάρτησης της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος (1881)

 Της Αποστολίας Πάνου

Ο Επαμεινώνδας Φαρμακίδης στο βιβλίο του η ‘’Λάρισα’’ αναφέρει ότι ο  Σεϊχουλισλάμ, ανώτατος πνευματικός ηγέτης των μουσουλμάνων της Τουρκίας, ανακοίνωσε τον φετφά-απόφαση παραχώρησης της Θεσσαλίας στην Ελλάδα ως εξής:

‘’…ο άναξ ημών εμφορούμενος ελεημοσύνης, απεφάσισεν όπως εκκοπεί τεμάχιον εκ του μεγάλου κράτους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και δοθεί εις το εθνάριον τούτο, όπως ζήσει εν τω μέλλοντι εν ανέσει.’’

Φυσικά, το κίνητρο γι’ αυτή την εξέλιξη δεν ήταν η …ελεημοσύνη του άνακτος αλλά οι διπλωματικές προσπάθειες της ελληνικής πλευράς στο πλαίσιο των διεθνών συσχετισμών και συμφερόντων τη δεδομένη περίοδο και, βέβαια, η αξιοποίηση των εξεγέρσεων και διεκδικήσεων των επαναστατικών κινημάτων που έλαβαν χώρα στο θεσσαλικό χώρο.

Στο συνέδριο του Βερολίνου (Ιούνιος – Ιούλιος 1878) σχετικά με την ελληνική υπόθεση, αναγνωρίστηκε το αίτημα της ελληνικής πλευράς για διευθέτηση των ελληνοτουρκικών συνόρων και για την προστασία των ελληνικών πληθυσμών που ζούσαν σε εδάφη της επικράτειας του Οθωμανικού κράτους.

Η ελληνική αντιπροσωπεία πρόβαλε ως κύριο επιχείρημα ότι το ελληνικό κράτος ασφυκτιούσε σε αφύσικα στενά όρια. Επιπλέον, πάρα πολλοί Έλληνες διαβιούσαν εκτός του ελληνικού κράτους και ότι η φυσική τους επιθυμία να ενωθούν με αυτό, προκαλούσε συνεχή αναταραχή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις που μόνιμα απειλούσε τη γενικότερη ειρήνη στη νοτιοανατολική Ευρώπη.

Τελικά, οι Μεγάλες Δυνάμεις, Γαλλία και Αγγλία, που στο μεταξύ η τελευταία είχε ικανοποιηθεί από την απόκτηση της Κύπρου, προέκριναν τη ρύθμιση των ελληνοτουρκικών συνόρων στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο προς όφελος της Ελλάδας.

Είχε προβληθεί η πρόταση που είχε υποβάλλει το 1828 ακόμα ο Καποδίστριας, δηλαδή αυτή που προέβλεπε να περιέλθουν στην Ελλάδα, εκτός της Θεσσαλίας, και περιοχές που καλύπτουν την Άρτα, τα Γιάννινα, την Πρέβεζα, το Μέτσοβο, και περιοχές ακόμα και της Βορείας Ηπείρου (Δέλβινο). Μάλιστα ο Κουμουνδούρος ζήτησε την εξουσιοδότηση των Μεγάλων Δυνάμεων, για να καταλάβει αυτές τις περιοχές.

 Όμως, η οθωμανική πλευρά δε συμφωνούσε με την απόσπαση  όλων αυτών των οθωμανικών εδαφών. Μετά από νέο κύκλο συζητήσεων οι δύο πλευρές (ο Έλληνας πρεσβευτής στην Κων/πολη Ανδρέας Κουντουριώτης και ο Τούρκος πρωθυπουργός Μαχμούτ Σερβέρ πασάς) συμφώνησαν να υπογράψουν τον Ιούλιο του 1881 το τελικό κείμενο της ελληνοτουρκικής συνθήκης, τη ‘’Σύμβαση περί διαρρυθμίσεως των ελληνοτουρκικών συνόρων’’, με την οποία η Θεσσαλία και η επαρχία της Άρτας παραχωρούνταν στο ελληνικό κράτος-πρόταση αρχικά της Γαλλίας και της Τουρκίας στη συνέχεια, που αναγκάστηκε με τελεσίγραφο των Μεγάλων Δυνάμεων να δεχτεί η ελληνική κυβέρνηση, προκειμένου να διασφαλίσει το μέλλον αυτών των αλύτρωτων εδαφών.

Η νέα οροθετική γραμμή στα βόρεια του διευρυμένου ελληνικού κράτους, άρχιζε τέσσερα χιλιόμετρα νότια του Πλαταμώνα και ακολουθούσε την κορυφογραμμή του κάτω Ολύμπου μέχρι το όρος Γοδαμάν, βόρεια της Ροδιάς και ως το ύψος της Ελασσόνας μέχρι τα στενά της Μελούνας, ορίζοντας τον Τύρναβο και τα χωριά του στην ελληνική επικράτεια, αφαιρούσε δε από τη νέα οροθεσία ολόκληρη την επαρχία Ελασσόνας.

Στις 8 Αυγούστου 1881 ο ελληνικός στρατός μπήκε στο Δομοκό, στις 10 Αυγούστου στον Αλμυρό, στις 15 στα Φάρσαλα, στις 18 στην Καρδίτσα, στις 23 στα Τρίκαλα, στις 31 Αυγούστου στη Λάρισα με επικεφαλής τον υποστράτηγο Σκαρλάτο Σούτσο και τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, ταγματάρχη Κωνσταντίνο Ισχόμαχο και την 1η Σεπτεμβρίου απελευθερώθηκε ο Τύρναβος.

Ο Τυρναβίτης Δημοσθένης Ανδρεάδης, επιθεωρητής της δημοτικής Εκπαίδευσης, που τη μέρα της απελευθέρωσης του Τυρνάβου ήταν 12 χρονών, να πως περιγράφει τη μέρα της απελευθέρωσης:

«Το απόγευμα της προηγούμενης μέρας, ο μιραλάης, δηλαδή ο Τούρκος διοικητής του Τυρνάβου, προσκάλεσε τους Τυρναβίτες προύχοντες στο ‘’Κονάκι’’, το στρατιωτικό διοικητήριο, και τους ανακοίνωσε τη μεγάλη είδηση της αποχώρησης των τουρκικών δυνάμεων.

Πρωί-πρωί την άλλη μέρα, οι Τυρναβίτες που δεν κοιμήθηκαν όλο το βράδυ, ξεκίνησαν σε παρέες για το στρατώνα, που βρισκόταν στο ίδιο μέρος όπου είναι σήμερα, για να υποδεχθούν τα ελληνικά στρατεύματα.

Εν τω μεταξύ, από τα χαράματα στήθηκε μια μεγάλη αψίδα, απ’ όπου θα περνούσε στρατός που θα ερχόταν από τη Λάρισα. Ο στρατώνας, το απέραντο κτήριο που επί 40 χρόνια από τότε που κτίστηκε έδειχνε με χίλιους τρόπους τη ζωντάνια του, το πρωί εκείνο ήταν βουβό και άλαλο. Σε λίγο ο γύρω χώρος όπου είχε στηθεί η αψίδα γέμισε κόσμο ενώ συνέχιζαν να έρχονται κι άλλοι.

Οι περισσότεροι ήταν άνδρες κι αγόρια μικρά και μεγάλα που φορούσαν τα καλά τους ρούχα, αν και η μέρα ήταν καθημερινή. Οι γυναίκες ήταν λίγες μεσόκοπες με τα ρούχα της εποχής και σκέπη στο κεφάλι.

Οι δασκάλες φορούσαν καπέλα και ευρωπαϊκά ρούχα με άσπρες κορδέλλες στο κεφάλι και οι μαθητές που τους συνόδευαν οι δάσκαλοί τους, φορούσαν τα καλά τους ρούχα της εποχής.

Οι πρώτοι Έλληνες στρατιώτες που έφτασαν εκεί ήταν τέσσερις καβαλάρηδες σαλπιγκτές και πίσω τους ακολουθούσε μια ίλη ιππικού με επικεφαλής μουσική μπάντα που έπαιζε στρατιωτικό εμβατήριο. Ακολουθούσαν και τα υπόλοιπα στρατεύματα μέσα σε φρενήρη ενθουσιασμό και ζητωκραυγές.»

Η τελευταία πόλη που παραδόθηκε στον ελληνικό στρατό ήταν ο Βόλος (21/10). Ο βασιλιάς Γεώργιος ο Α’ αγοράζει στη Λάρισα το κονάκι του Χουσνή μπέη και το μετατρέπει σε ανάκτορό του και με τον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κουμουνδούρο αρχίζουν την περιοδεία θριάμβου στις απελευθερωμένες πόλεις και στα χωριά της Θεσσαλίας. Λαϊκοί πανηγυρισμοί τους συνόδευαν ‘’εν χαρά και αγαλλιάσει’’ για την ένωση με την μητέρα Ελλάδα.

‘’Η ωραία Θεσσαλία και η Ήπειρος …κατέστησαν οριστικώς τμήμα του ελληνικού βασιλείου… σπουδαίαι πόλεις περιέρχονται εις την κατοχήν της Ελλάδος, όπως η επί των οχθών του Πηνειού κειμένη Λάρισα, έχουσα ανθηρόν εμπόριον, αξιόλογα καπνεργοστάσια και πολλά μεταξουργεία και νηματουργεία

‘’Θεσσαλοί και Ηπειρώται από τούδε δεν είμεθα πλέον υπήκοοι του Σουλτάνου αλλά μέλη του ελληνικού κράτους’’ γράφει μεταξύ των άλλων ο Κ. Σακελλαρίδης στην εφημερίδα ‘’Θεσσαλία’’, την οποία εξέδιδαν οι αδελφοί Σακελλαρίδη από το 1880 μέχρι το 1899 στην Αθήνα και μετά στο Βόλο.

Με την προσάρτηση των νέων περιοχών η Ελλάδα αποκτούσε ακόμα 13.395 τετ. χλμ., αυξάνοντας την έκτασή της στα 63.406 τ. χλμ. Και στον πληθυσμό της προστίθενται 300.000 νέοι κάτοικοι, εμφανίζοντας στο τέλος της ίδιας δεκαετίας συνολικό ελληνικό πληθυσμό 2.187.208 κατοίκων.

Η προσάρτηση του μεγαλύτερου μέρους της Θεσσαλίας  έφερε το ελληνικό κράτος κοντά στη Μακεδονία και την Ήπειρο. Η Θεσσαλία, μετά από δουλεία πεντακοσίων περίπου χρόνων, είναι ελεύθερη, αλλά όχι ολόκληρη.

Μια περιοχή της με εβδομήντα χωριά περίπου και τις πόλεις Ελασσόνα και Τσαριτσάνη έμεινε υπόδουλη, γι’ αυτό θα συνεχιστούν οι αγώνες τους για εθνική ελευθερία. Όμως στις αρχές του 20ου αιώνα, ο αγροτικός πληθυσμός της Θεσσαλίας, θα αντιμετωπίσει προβλήματα με το θέμα των τσιφλικιών.

Με το άρθρο 4 της Συνθήκης αναγνωρίζονταν οι οθωμανικοί τίτλοι ιδιοκτησίας και κατοχυρώνονταν όλα τα δικαιώματα των Οθωμανών ιδιοκτητών ή και των Χριστιανών αγοραστών των τσιφλικιών του θεσσαλικού κάμπου.

Και σύμφωνα  με το 6ο άρθρο,  απαγορευόταν στην ελληνική κυβέρνηση να απαλλοτριώσει τα μεγάλα αυτά τιμάρια. Έτσι, οι ‘’σκλάβοι των κάμπων’’, όπως ονομάστηκαν οι κολλήγοι-δουλοπάροικοι, φτωχοί καλλιεργητές των τσιφλικιών, θα συνεχίσουν τους αγώνες τους για κοινωνική ελευθερία.

 

Στοιχεία από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΔ, από την αρθρογραφία  του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου και από το βιβλίο μου ‘’Η Ροδιά στην ιστορική διαδρομή της Θεσσαλίας’’.

Δείτε όλες τις τελευταίες ειδήσεις στο tirnavospress.gr, ακολουθήστε μας στο FacebookInstagramYouTubeGoogle News και Twitter.  Προσοχή! Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των πληροφοριών του παραπάνω άρθρου (όχι αυτολεξεί) ή μέρους αυτών μόνο αν: Αναφέρεται ως πηγή το tirnavospress.gr στο σημείο όπου γίνεται η αναφορά. – Στο τέλος του άρθρου ως Πηγή – Σε ένα από τα δύο σημεία να υπάρχει ενεργός σύνδεσμος.