
Άνοια στην Ελλάδα Οι οικογένειες λυγίζουν και το κράτος παρακολουθεί
Η άνοια δεν είναι απλώς μια ασθένεια της τρίτης ηλικίας. Είναι μια καθημερινή μάχη που αλλάζει τη ζωή όχι μόνο του ασθενούς αλλά και ολόκληρης της οικογένειάς του.
Χιλιάδες άνθρωποι στην Ελλάδα ζουν με τη νόσο και, όσο αυτή εξελίσσεται, χάνουν σταδιακά τη δυνατότητα να φροντίσουν τον εαυτό τους. Κάποιοι ξεχνούν να φάνε, άλλοι αφήνουν αναμμένη την κουζίνα, περιπλανώνται χωρίς προορισμό ή αδυνατούν ακόμη και να καλέσουν βοήθεια σε περίπτωση κινδύνου.
Κι όμως, πίσω από κάθε άνθρωπο με άνοια βρίσκεται συνήθως ένας συγγενής που σηκώνει σχεδόν ολοκληρωτικά το βάρος της φροντίδας. Ένας γιος, μια κόρη, ένας σύζυγος ή μια σύζυγος που προσπαθεί να συνδυάσει εργασία, οικογένεια και 24ωρη επιτήρηση, πολλές φορές χωρίς την απαραίτητη οικονομική και πρακτική στήριξη.
Το ερώτημα είναι απλό αλλά αμείλικτο. Τι κάνει πραγματικά το κράτος για αυτούς τους ανθρώπους;
Η Ελλάδα διαθέτει δημόσια νοσοκομεία, ιατρεία μνήμης, ορισμένα Κέντρα Ημέρας και υπηρεσίες όπως το πρόγραμμα Βοήθεια στο Σπίτι. Υπάρχει επίσης Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Άνοια. Ωστόσο, η καθημερινότητα των οικογενειών δείχνει ότι οι διαθέσιμες υπηρεσίες δεν επαρκούν για να καλύψουν τις αυξανόμενες ανάγκες. Οι δομές είναι περιορισμένες, οι λίστες αναμονής μεγάλες και η εξειδικευμένη φροντίδα συχνά μετατρέπεται σε ιδιωτική υπόθεση με υψηλό οικονομικό κόστος.
Το αποτέλεσμα είναι χιλιάδες οικογένειες να βρίσκονται μπροστά σε ένα αδιέξοδο. Όταν ο φροντιστής πρέπει να πάει στη δουλειά, να επισκεφθεί έναν γιατρό ή ακόμη και να κάνει τα βασικά ψώνια, ποιος θα μείνει με τον άνθρωπο που δεν μπορεί να μείνει μόνος του; Για πολλούς, η απάντηση είναι κανείς. Όχι από αδιαφορία αλλά επειδή δεν υπάρχει άλλη επιλογή.
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο πιεστικό όταν η οικογένεια αναγκάζεται να καλύψει μόνη της το κόστος της φροντίδας. Το κόστος μιας 24ωρης γυναίκας στο σπίτι κυμαίνεται περίπου από 1000 έως 1200 ευρώ τον μήνα, ένα τεράστιο ποσό και μια πολύ μεγάλη δαπάνη για κάθε οικογένεια. Για πολλούς ανθρώπους αυτό το κόστος είναι δυσβάσταχτο και συχνά αδύνατο να καλυφθεί χωρίς ουσιαστική κρατική στήριξη.
Είναι άραγε υπερβολή να ζητούν οι οικογένειες ουσιαστική στήριξη; Ένα ειδικό επίδομα φροντίδας, περισσότερες δωρεάν υπηρεσίες κατ’ οίκον υποστήριξης, περισσότερες δημόσιες δομές ημερήσιας φιλοξενίας και προγράμματα ανακούφισης των φροντιστών θα μπορούσαν να αλλάξουν την καθημερινότητα χιλιάδων νοικοκυριών.
Θα έδιναν ανάσα σε ανθρώπους που ζουν επί 24 ώρες το εικοσιτετράωρο με την αγωνία ότι δεν μπορούν να αφήσουν ούτε για λίγα λεπτά τον δικό τους άνθρωπο μόνο του.
Η κοινωνία εύκολα καταδικάζει όταν συμβεί ένα τραγικό περιστατικό. Πολύ πιο δύσκολα όμως αναρωτιέται αν οι οικογένειες είχαν πραγματική βοήθεια πριν φτάσουν στα όριά τους. Η ευθύνη της πολιτείας δεν εξαντλείται στη διάγνωση και τη συνταγογράφηση φαρμάκων. Η άνοια απαιτεί συνεχή φροντίδα, ανακούφιση των φροντιστών, περισσότερες δημόσιες δομές, εξειδικευμένο προσωπικό και ουσιαστική οικονομική στήριξη.
Η Ελλάδα γερνάει. Τα περιστατικά άνοιας αυξάνονται χρόνο με τον χρόνο και το πρόβλημα δεν αφορά πλέον λίγες οικογένειες. Αφορά ολόκληρη την κοινωνία. Όσο δεν ενισχύονται ουσιαστικά οι υπηρεσίες φροντίδας και η οικονομική υποστήριξη των οικογενειών, τόσο περισσότεροι άνθρωποι θα συνεχίσουν να σηκώνουν μόνοι τους ένα βάρος που δεν θα έπρεπε να είναι αποκλειστικά δικό τους.
Η άνοια δεν είναι προσωπική υπόθεση μιας οικογένειας. Είναι μια μεγάλη κοινωνική πρόκληση. Και ο τρόπος με τον οποίο μια χώρα στηρίζει τους πιο ευάλωτους πολίτες της αποτελεί μέτρο του πολιτισμού και της κοινωνικής της ευθύνης.








