Η «Ωραία Ελένη»: αρχέτυπο του κάλλους και της μοίρας

Κάθε πολιτισμός ενταγμένος στον ιστορικό χρόνο  φέρει το στίγμα της δικής του κοσμοαντίληψης. Μέσα στη μακραίωνη πορεία του παγκόσμιου πολιτισμού, το αρχαιοελληνικό αισθητικό επίτευγμα συνιστά τη μοναδική εκείνη στιγμή κατά την οποία η ύλη μεταπλάθεται σε πνεύμα, αγγίζοντας τα όρια του εξωχρονικού. Σε αυτό το πλαίσιο, η μορφή της Ωραίας Ελένης – θυγατρός του Διός και της Λήδας – όπως την ανέδειξε η ελληνική παράδοση ως «θεία κόρη», δεν αποτελεί απλώς ένα πρόσωπο της επικής μυθολογίας, αλλά το κατεξοχήν αρχέτυπο της ομορφιάς και της μοιραίας σύγκρουσης: μια μορφή που υπερβαίνει το θνητό μέτρο και αποκτά διαχρονική πολιτισμική υπόσταση.

Όπως επισημαίνεται στην Ιλιάδα, ο Όμηρος αποφεύγει την περιγραφή της φυσιογνωμίας της Ελένης, προτιμώντας να αφήσει τη μορφή της να ολοκληρωθεί στη φαντασία του ακροατή. Ωστόσο, διαγράφει το ελάχιστο εκείνο ποιητικό περίγραμμα που αρκεί για να συλλάβει κανείς το μεγαλείο της, μέσα από επίθετα όπως «καλλίκομος», «καλλιπάρηος» και «λευκώλενος». Τα επίθετα αυτά δεν λειτουργούν απλώς ως λογοτεχνικά κοσμήματα, αλλά αποδίδουν στη μορφή της μια σχεδόν θεϊκή ακτινοβολία. Στην περίφημη σκηνης της  Τειχοσκοπιας της Ραψωδίας Γ΄ (156–160), οι γέροντες της Τροίας αναφωνούν:

«οὐ νέμεσις Τρῶας καὶ ἐϋκνήμιδας Ἀχαιοὺς
 τοιῇδ’ ἀμφὶ γυναικὶ πολὺν χρόνον ἄλγεα πάσχειν·
 αἰνῶς ἀθανάτῃσι θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν…»

Οι στίχοι αυτοί δεν αποτελούν ηθική δικαίωση του πολέμου. Ο Όμηρος δεν εγκωμιάζει τη βία ούτε παρουσιάζει τον πόλεμο ως επιθυμητό. Αντίθετα, αποτυπώνει με μοναδική ποιητική δύναμη την κοσμοαντίληψη μιας εποχης, όπου η ομορφιά που αγγίζει το θείο, προκαλεί δέος ακόμη και μέσα στην τραγωδία. Οι γέροντες δεν υμνούν τον πόλεμο, αλλα  εκφράζουν την ανθρώπινη αδυναμία τους να αντισταθούν στην επίδραση του κάλλους που υπερβαίνει το συνηθισμένο μέτρο.Το θαυμαστό δεν καταργεί το τραγικό· αντίθετα, το καθιστά βαθύτερο, καθώς οι άνθρωποι αναγνωρίζουν την υπεροχή του κάλλους την ίδια στιγμή που βιώνουν την καταστροφή που αυτό προκαλεί.

Λίγο αργότερα, στην τραγωδία Ελένη, ο Ευριπίδης ανατρέπει τη γνωστή ομηρική παράδοση, παρουσιάζοντας την πραγματική Ελένη να μην έχει μεταβεί ποτέ στην Τροία. Εκεί βρίσκεται μόνο το είδωλό της, ενώ η ίδια παραμένει στην Αίγυπτο, αμόλυντη από τον πόλεμο. Έτσι, η Ελένη μετατρέπεται σε αθύρμα της ειμαρμένης και των θεϊκών σχεδίων, απαλλαγμένη από κάθε ανθρώπινη ενοχή.

Η ιδέα του κάλλους, όμως, δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στην ιστορία· παραμένει ένα διαρκές βήμα προς το αιώνιο. Το αρχέτυπο της Ελένης επανανοηματοδοτείται ποιητικά από τον Γιώργο Σεφέρη, προκειμένου να αναδειχθεί η ματαιότητα του πολέμου και ο τραγικός χαρακτήρας της ανθρώπινης μοίρας. Ο Σεφέρης αξιοποιεί την ευριπίδεια παράδοση, σύμφωνα με την οποία η πραγματική Ελένη δεν βρισκόταν ποτέ στην Τροία. Έτσι, η θυσία χιλιάδων ανθρώπων για έναν δεκαετή πόλεμο αποδεικνύεται τραγικά μάταιη, καθώς διεξήχθη για «ένα πουκάμισο αδειανό». Η Ελένη, για τον Σεφέρη, δεν είναι το τρόπαιο, αλλά το σύμβολο της πλάνης που μπορεί να οδηγήσει ολόκληρους λαούς σε αιματηρές συγκρούσεις.

Έτσι, η ομηρική Ελένη συναντά τον Ευριπίδη, την αττική τραγωδία και τη ρωμαϊκή γραμματεία, αλλά και τη νεότερη ελληνική ποίηση, σε μια αδιάκοπη πορεία ερμηνείας και επανανοηματοδότησης του αρχετύπου του κάλλους και της μοίρας. Η ποιητική δύναμη του συμβόλου παραμένει αναλλοίωτη. Το αρχέτυπο δεν αποκαθηλώνεται· μετασχηματίζεται ποιητικά, χωρίς να απολέσει ποτέ τον πυρήνα της πολιτισμικής του ταυτότητας.

Σήμερα, όμως, η σύγχρονη οπτική κουλτούρα προσεγγίζει συχνά την αρχαία παράδοση μέσα από το πρίσμα σύγχρονων ιδεολογικών αναγνώσεων. Η συζήτηση γύρω από τη «μαύρη Ελένη» δεν αφορά μόνο μια αισθητική επιλογή· αποτελεί μια συγκεκριμένη ερμηνευτική προσέγγιση που θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: μέχρι ποιο σημείο μπορούμε να αποσυνδέσουμε ένα μυθολογικό πρόσωπο από το ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκε, χωρίς να μεταβάλουμε το ίδιο το νόημά του;

Η Ελένη υπήρξε ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό πρότυπο σε έναν συγκεκριμένο ιστορικό χώρο και χρόνο, προτού καταστεί ένα οικουμενικό ποιητικό σύμβολο της ανθρωπότητας. Η διαχρονικότητά της γεννήθηκε επειδή η παράδοση διατήρησε τον πυρήνα της μορφής της, επιτρέποντας παράλληλα νέες ερμηνείες χωρίς να ακυρώνεται η ιστορική της ταυτότητα. Υπήρξε κεντρικό πρόσωπο της ελληνικής μυθολογίας, της επικής και δραματικής ποίησης, που εγγράφηκε στο συλλογικό φαντασιακό ως η επιτομή του θηλυκού αρχαιοελληνικού κάλλους.

Ας σταθούμε, όμως, στα ομηρικά έπη, τα οποία σήμερα βιώνουν μια νέα «Οδύσσεια» μέσα από την προσπάθεια μέρους της σύγχρονης βιομηχανίας του θεάματος να προσαρμόζει τα κλασικά έργα στις εκάστοτε εμπορικές και ιδεολογικές επιταγές. Τα ομηρικά έπη δεν είναι «φανταστικές ιστοριούλες» για μακρινούς πολέμους ούτε αφηγήσεις μιας αρχαίας femme fatale. Αποτελούν τον θεμέλιο λίθο της ελληνικής γραμματείας και μία από τις ιδρυτικές πράξεις του ευρωπαϊκού πνεύματος. Συλλαμβάνουν και συμπυκνώνουν το αρχαιοελληνικό πνεύμα με τρόπο απαράμιλλο, αισθητοποιώντας αξίες που οριοθέτησαν την ανθρώπινη δράση, υπαγορεύοντας τις απολήξεις κάθε πράξης που υπερβαίνει το μέτρο και οδηγεί στην ύβρη, ενώ ταυτόχρονα αποκρυσταλλώνουν τα πολιτισμικά πρότυπα του κάλλους μέσω της Ελένης, της ανδρείας μέσω του Αχιλλέα και της στρατηγικής ευφυΐας και της φρόνησης μέσω του Οδυσσέα, υπό την καθοδήγηση της Παλλάδας Αθηνάς.

Όταν η πρόσληψη των ομηρικών επών υφίσταται αυθαίρετες παρεμβάσεις που παραγνωρίζουν την ιστορική και αισθητική υφή των κειμένων, το αποτέλεσμα δεν είναι κατ’ ανάγκην ο εκσυγχρονισμός, αλλά συχνά η αποδυνάμωση της πολιτισμικής τους σημασίας. Ο σεβασμός προς την κλασική παράδοση δεν αποτελεί άρνηση της εξέλιξης· αποτελεί αναγνώριση ότι ορισμένα αρχέτυπα διατηρούν τη διαχρονική τους ισχύ ακριβώς επειδή μπορούν να συνομιλούν με κάθε εποχή χωρίς να χάνουν την ουσία τους. Η αρχαία ελληνική τέχνη παραμένει μια πραγματική τέχνη-πυξίδα, ένας σταθερός προσανατολισμός που εξακολουθεί να εμπνέει κάθε αέναη πνευματική πορεία προς το ουσιώδες.

Η διαχρονική ακτινοβολία των κλασικών έργων δεν οφείλεται στην προσαρμογή τους στις εκάστοτε ιδεολογικές ανάγκες κάθε εποχής, αλλά στη μοναδική τους ικανότητα να συνομιλούν με κάθε εποχή και κοινωνία, διατηρώντας αναλλοίωτη την ιστορική και αισθητική τους ταυτότητα. Η προστασία αυτής της ταυτότητας δεν αποτελεί άρνηση της δημιουργικής ερμηνείας, αλλα προϋπόθεση ώστε ο διάλογος με την κλασική παράδοση να παραμένει γόνιμος και ουσιαστικός.

Η Ελένη, ως μορφή, δεν ανήκει στο παρελθόν.  Εγγράφεται στον ιστορικό χρόνο ως διαρκές πολιτισμικό αρχέτυπο. Παραμένει το αιώνιο πρότυπο μιας ομορφιάς που, ενώ γεννά το πάθος, υπενθυμίζει την ανάγκη του μέτρου, της αυτογνωσίας και της πνευματικής υπέρβασης.

Γράφει ο δικηγόρος & Υπ. Διδάκτωρ Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής ΑΠΘ, κ. Χατζημιχος Αστέριος