Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών σημείο έντασης πολιτείας και εκπαιδευτικών!

HomeΠΑΙΔΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών σημείο έντασης πολιτείας και εκπαιδευτικών!

Η αξιολόγηση είναι: η ενέργεια  το να εντοπίσει κάποιος τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία κάποιου ή κάτι και να κρίνει με βάση αυτά τα στοιχεία την επίδοση, την αποτελεσματικότητα ή την αξία του, ειδικά σε σύγκριση με άλλους ανθρώπους ή άλλα πράγματα.
 
Σκοπός της να εξαλειφθούν κατά το μέγιστο δυνατό οι αδυναμίες που επισημαίνονται , ή να επιβραβεύονται τα θετικά και να υπάρξει ένα καλύτερο αποτέλεσμα.  
Σημείο τριβής αυτή τη περίοδο η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού συστήματος.
 
Κανένα εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορεί να βελτιωθεί εάν δεν αξιολογηθεί.
 
 Μέσα από την αξιολόγηση θα αναδειχτούν οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί και θα επιβραβευτούν οι γνώσεις, οι ικανότητες, ο τρόπος που λειτουργούν.
 
Η αξιολόγηση διασφαλίζει τη διαρκή βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου.
 
Η μεγαλύτερη ελευθερία και αυτονομία σε επίπεδο σχολικής μονάδας απαιτεί ένα σύστημα ελέγχων και ισορροπιών – ένα μηχανισμό λογοδοσίας.
 
2021
Η υπουργός Παιδεία Νίκη Κεραμέως διαμηνύει σε όλους τους τόνους ότι ο νόμος, που αφορά την  αξιολόγηση σχολείου, εκπαιδευτικού έργου και εκπαιδευτικής μονάδας θα εφαρμοστεί.
Προβλέπεται ότι οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί θα καταγράψουν την πορεία του εκπαιδευτικού έργου σε ορισμένους άξονες και μετά όλα τα στοιχεία συγκεντρώνονται σε επίπεδο περιφερειακής εκπαίδευσης» ……..
Θα κρίνονται :οι μέθοδοι διδασκαλίας, η εμπειρία και οι τίτλοι σπουδών των στελεχών της εκπαίδευσης, ενώ προβλέπεται ακόμα και συνέντευξη.
Στόχος του υπουργείου Παιδείας είναι :η αναβάθμιση του επιπέδου σπουδών, η βελτίωση της ποιότητας του παρεχόμενου έργου, η ενίσχυση της διαφάνειας και η επιβράβευση της προσπάθειας των εκπαιδευτικών, οι οποίοι ωστόσο αντιδρούν σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
 
Οι εκπαιδευτικές ομοσπονδίες έχουν πάρει θέση κατά της αξιολόγησης, η οποία πάντως, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, εφαρμόζεται σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης με μόνες εξαιρέσεις την Ελλάδα, την Τουρκία, την Ιρλανδία, τη Μάλτα και την Ισλανδία.

Η αξιολόγηση θα πραγματοποιείται ανά διετία και τετραετία και θα αφορά στη διδακτική των εκπαιδευτικών, την υπηρεσιακή τους συνέπεια και το παιδαγωγικό κλίμα.

Η αξιολόγηση των στελεχών θα γίνεται :
Με αντικειμενικά κριτήρια, όπως η εμπειρία και οι τίτλοι σπουδών. 
Με  ποιοτικά, ενώ η αξιολόγηση των νηπιαγωγών, δασκάλων και καθηγητών θα αποτυπώνει την εικόνα χωρίς σε καμία περίπτωση, όπως διαβεβαιώνει το υπουργείο, να έχει τιμωρητικό χαρακτήρα για τον εκπαιδευτικό, καθώς στόχος θα είναι η βελτίωσή του. 
Ο εκπαιδευτικός θα αξιολογείται βάσει σειράς κριτηρίων-δεικτών αλλά και με συνέντευξη, ενώ θα κρίνονται και οι μέθοδοι διδασκαλίας του στην τάξη.
 
Στο σχετικό πρόσφατο παρελθόν ,
 
Η ιστορία του θεσμού του επιθεωρητή ξεκινάει χρόνια πριν, ήταν ο μακροβιότερος θεσμός του ελληνικού  εκπαιδευτικού συστήματος.
 
Με τη σύσταση του Ελληνικού κράτους το 1830, οργανώνεται και το εκπαιδευτικό του σύστημα. Ταυτόχρονα καθιερώνεται και ο θεσμός των επιθεωρητών, με το διάταγμα 1372 της 5ης Οκτωβρίου 1830. Με αυτό καθορίζονταν οι αρμοδιότητές του, κάποιες αυτές, ήταν η αυτοπρόσωπη παρουσία του στα σχολεία. Οι αιφνιδιαστική παρουσία τους  στη διεξαγωγή των μαθημάτων ήταν στα καθήκοντα τους,,
Ο σκοπό να παρατηρεί τους μαθητές τις δυνατότητές τους και τον τρόπο παράδοσης του εκπαιδευτικού.
Στον νόμο που εισηγούνται οι Βαυαροί περί Δημοτικών Σχολείων το 1834 εισάγεται και ο θεσμός του ΄΄Γενικού Επιθεωρητή των Δημοτικών Σχολείων΄΄. Αυτός θα διευθύνει το Διδασκαλείο το οποίο κατάρτιζε τους νέους δασκάλους, επόπτευε τα Δημοτικά Σχολεία ενώ ασκούσε και πειθαρχικό έλεγχο στο διδακτικό προσωπικό τους. Λόγω της σταδιακής ενσωμάτωσης νέων περιοχών στο Ελληνικό κράτος (Επτάνησα, Θεσσαλία κλπ), καθιερώνεται ο θεσμός του Έκτακτου Επιθεωρητή με αποκλειστική τους ευθύνη την καταγραφή των προβλημάτων των σχολείων και όχι την εποπτική ή πειθαρχική επιστασία των εκπαιδευτικών.
Ο Ιωάννης Κοκκώνης στον ΄΄Οδηγό της Αλληλοδοδακτικής΄΄τον οποίο εκδίδει το 1842 περιλαμβάνει και οδηγίες οι οποίες αφορούν όχι μόνο τη διδακτική μεθοδολογία, αλλά και την ΄΄χρηστή συμπεριφορά΄΄ των διδασκόντων η οποία μπορεί να ελεγχθεί και να αξιολογηθεί από τον επιθεωρητή.
Σταδιακά, από το 1842 μέχρι το 1895, μέσα από διάφορα νομοθετήματα συγκροτείται ο ΄΄Επιθεωρητισμός΄΄: έτσι σκιαγραφείται ως ο μόνος εγγυητής «της ακριβούς εφαρμογής των σχολικών νόμων και της ερρύθμου των σχολείων και κανονικής κινήσεως…» 
Τα καθήκοντα του επιθεωρητή είναι επαυξημένα και συμπεριλαμβάνουν, τη μισθοδοσία του εκπαιδευτικού προσωπικού, εγκρίσεις αναρρωτικών αδειών, την επίβλεψη της συμπεριφορά τους, ενώ εισηγούνταν τον προβιβασμό των δασκάλων.
Το 1895 καθιερώνεται ο θεσμός του Νομαρχιακού Επιθεωρήτή: κάθε έξι μήνες περιόδευαν στα σχολεία της περιφέρειάς τους, ήλεγχαν για πειθαρχικά ζητήματα το προσωπικό και τηρούσαν για τον κάθε έναν ΄΄φύλλο ποιότητας΄΄, εξέταζαν τα όποια κτιριακά προβλήματα των σχολείων, την επάρκεια της υλικοτεχνικής υποδομής τους. Τις θέσεις αυτές καταλάμβαναν , καθηγητές Γυμνασίου, διδάκτορες φιλολογίας, με πενταετή υπηρεσία και διευθυντές Διδασκαλείων. 
Βοηθοί των Νομαρχιακών Επιθεωρητών ήταν οι Νομαρχιακοί Επιθεωρητές Β΄τάξης οι οποίοι παρακολουθούσαν τη διδασκαλία μέσα στην τάξη, έκαναν υποδειγματικές διδασκαλίες, συμβούλευαν και καθοδηγούσαν τους δασκάλους.
Σε τοπικό-νομαρχιακό επίπεδο λειτουργούσε και το ΄΄Εποπτικό Συμβούλιο Εκπαίδευσης΄΄ το οποίο εκδίκαζε ενστάσεις κατά των αποφάσεων των επιθεωρητών.
Όμως λόγω πλημμελούς λειτουργίας τους και συχνών διαφωνιών μεταξύ τους, ενισχύθηκε ακόμα πιο πολύ ο ρόλος των επιθεωρητών, με νόμο (ΓΩΚΗ΄) του 1911, ενώ ταυτόχρονα ο ίδιος νόμος σύστηνε το Κεντρικό Εποπτικό Συμβούλιο Δημοτικής Εκπαίδευσης για να περιορίσει τυχόν αυθαιρεσίες εκ μέρους των συμβούλων. 
To 1905  συστήθηκαν 3 θέσεις Γενικών Επιθεωρητών: δύο φιλολόγων και μίας φυσικομαθηματικών. Επίσης καταργήθηκαν οι αποτελούμενες από καθηγητές Πανεπιστημίου επιτροπές οι οποίες επισκέπτονταν τα σχολεία. To 1937 καθιερώνεται ο θεσμός των Γενικών Επιθεωρητών της Δημοτικής Εκπαίδευσης και χωρίζεται  η εποπτεία της από τη Μέση Εκπαίδευση σε περιφερειακό επίπεδο.
Κατά τη διάρκεια της  Δικτατορίας θεσπίζεται η αξιολόγηση των δασκάλων και από τον διευθυντή του σχολείου,  με εξαίρεση τις περιπτώσεις συγγενικών προσώπων μέχρι τρίτου βαθμού συγγένειας.
Ο θεσμός αυτός διατηρήθηκε και στην περίοδο της μεταπολίτευσης από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Με τον ίδιο νόμο η χώρα διαιρέθηκε σε δέκα Ανώτατες Εκπαιδευτικές Περιφέρειες. Σε κάθε μια από αυτές υπήρχε ένας εκπαιδευτικός σύμβουλος που επόπτευε και καθοδηγούσε παιδαγωγικά και διοικητικά τα σχολεία.
Επίσης σε κάθε περιφέρεια υπήρχε ο Γενικός Επιθεωρητής Δημοτικής και Μέσης Εκπαίδευσης ο οποίος επόπτευε το διδακτικό και εποπτικό προσωπικό. Επίσης επόπτευε την ηθικότητα και ακμαιότητα του ηθικού και εθνικού φρονήματος δασκάλων και μαθητών. 
Στην πυραμιδωτή αυτή διάταξη ερχόταν να προστεθεί, από πάνω προς τα κάτω, ο Νομαρχιακός Επιθεωρητής, ακολουθούσε ο Διευθυντής της Εκπαιδευτικής Περιφέρειας, οι Διοικητικοί Επιθεωρητές στη Μέση Εκπαίδευση και οι Επιθεωρητές ειδικοτήτων. Τέλος υπήρχε ο αναπληρωτής Γενικός Επιθεωρητής, ως βοηθός του Γενικού Επιθεωρητή.
Η αύξηση των εποπτικών θέσεων αποσκοπούσε στην «αστυνόμευση των εκπαιδευτικών»
Η διαμάχη και η αμοιβαία καχυποψία ανάμεσα σε διδάσκοντες και επιθεωρητές που είχε εκκολάψει η περίοδος της Δικτατορίας, έθεσε ζήτημα εκκαθάρισης του κλάδου των επιθεωρητών: τελικά το Ειδικό Συμβούλιο Κρίσης που συγκροτήθηκε αποφάνθηκε πως οι σύμβουλοι οι οποίοι είχαν επιλεγεί με το Ν.Δ. 651/1970 «δεν υποστήριξαν ηθελημένα» το καθεστώς με την δράση τους. 
 Με το Νομο 309/1976 η χώρα χωρίστηκε για μεν την πρωτοβάθμια εκπαίδευση σε δεκαπέντε ανώτερες εκπαιδευτικές περιφέρειες με προϊστάμενο τον Επόπτη σε κάθε περιφέρεια. Ο συνολικός αριθμός των επιθεωρητών στη βαθμίδα αυτή ανερχόταν στους 240.
Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση υπήρχαν 17 Επόπτες και 140 Γενικοί Επιθεωρητές. Τα συνδικαλιστικά σωματεία των εκπαιδευτικών θέτουν το αίτημα του εκσυγχρονισμού και την αντικατάσταση του Επιθεωρητή από τον Σχολικό Σύμβουλο.
Το αίτημα αυτό πήγαζε από την «ανάγκη για επιστημονική καθοδήγηση και εκπαιδευτική-παιδαγωγική ανάπτυξη»
 

Με το Νόμο 1304/1982 ο θεσμός του Επιθεωρητή καταργείται. Με προεδρικό διάταγμα του 1984 καθιερώνεται ο θεσμός του Σχολικού Συμβούλου με τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητές του.