<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Επίσκοπος &#8211; TirnavosPress</title>
	<atom:link href="https://tirnavospress.gr/tag/episkopos/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://tirnavospress.gr</link>
	<description>Ειδήσεις από τη Θεσσαλία και την Ελλάδα</description>
	<lastBuildDate>Sun, 22 Jun 2025 06:25:43 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=7.0</generator>

<image>
	<url>https://tirnavospress.gr/wp-content/uploads/2026/01/logo_TirnavosPress_512px-FAVICO-150x150.png</url>
	<title>Επίσκοπος &#8211; TirnavosPress</title>
	<link>https://tirnavospress.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>Επίσκοπος Μελιτηνής, Μάξιμος Παφίλης: Τα Άδεια Δίχτυα</title>
		<link>https://tirnavospress.gr/episkopos-melitinis-maximos-pafilis-ta-adeia-dichtya/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Gio]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 22 Jun 2025 06:25:43 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Εκκλησία]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΟΙΝΩΝΙKA]]></category>
		<category><![CDATA[Επίσκοπος]]></category>
		<category><![CDATA[Ορθοδοξία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://tirnavospress.gr/episkopos-melitinis-maximos-pafilis-ta-adeia-dichtya/</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η λίμνη της Γαλιλαίας δεν είναι υδάτινη επιφάνεια, είναι εσχατολογική επιμονή. Υπόσχεση που δεν μπορεί να ανακληθεί, διότι προηγείται της γλώσσας. Αν η έρημος είναι το πεδίο της φωνής, αυτή η λίμνη είναι η μήτρα του ρήματος – όχι του λόγου· του ρήματος, όπως αυτό εκφέρεται στον χρόνο, και όμως δεν ανήκει σ’ αυτόν. Είναι [&#8230;]</p>
<p>Το άρθρο <a rel="nofollow" href="https://tirnavospress.gr/episkopos-melitinis-maximos-pafilis-ta-adeia-dichtya/">Επίσκοπος Μελιτηνής, Μάξιμος Παφίλης: Τα Άδεια Δίχτυα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a rel="nofollow" href="https://tirnavospress.gr">TirnavosPress</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><strong>Η λίμνη της Γαλιλαίας δεν είναι υδάτινη επιφάνεια, είναι εσχατολογική επιμονή. Υπόσχεση που δεν μπορεί να ανακληθεί, διότι προηγείται της γλώσσας. Αν η έρημος είναι το πεδίο της φωνής, αυτή η λίμνη είναι η μήτρα του ρήματος – όχι του λόγου· του ρήματος, όπως αυτό εκφέρεται στον χρόνο, και όμως δεν ανήκει σ’ αυτόν. </strong></p>
<p>Είναι μια στιγμή κατά την οποία ο χρόνος διαρρηγνύεται, όχι με δραματικό θόρυβο, αλλά με την ήσυχη ακρίβεια του νυστεριού, και η αιωνιότητα διαφεύγει από τη σχισμή ως πράξη.</p>
<p>Εκείνοι που αγωνίζονται για τον επιούσιο δεν διανοούνται ότι αυτό το αγωνιώδες επαναλαμβανόμενο «σήμερον» τους καθιστά θεατές της ίδιας κίνησης που διέκοψε ο Χριστός όταν στάθηκε και μίλησε. Όχι στους πολλούς· στους λίγους, σε δύο, σε τέσσερις, ίσως σε έναν κάθε φορά. Και ο λόγος του δεν ήταν ούτε επιχείρημα ούτε μεταφορά. Ήταν προστακτική –όχι βίαιη, αλλά αναπόφευκτη–, όπως εκείνο το παλιό ρήμα: «Δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων» (Ματθ. 4,19). Δεν υπήρξε προετοιμασία· δεν υπήρξε εξήγηση· και όμως, υπήρξε απόκριση.</p>
<p>Αυτό δεν ήταν θεατρική χειρονομία ούτε κήρυγμα υψηλού ήθους· ήταν ρήξη. Και η ρήξη δεν ήταν ψυχολογική· ήταν οντολογική. Ό,τι μέχρι τότε αποτελούσε το δίκτυο του βίου –τα δίχτυα, το πλοίο, ο πατέρας– παραμερίστηκε χωρίς φασαρία, χωρίς σκέψη, διότι ο Λόγος όταν μιλάει, δεν επιτρέπει λογισμούς. <strong>Ο Χριστός δεν ήλθε να συζητήσει· ήλθε να διακόψει. Και αυτό ακριβώς είναι που απουσιάζει από την πίστη μας σήμερα.</strong> Δεν είναι η απουσία του προσώπου Του, είναι η απουσία της απόκρισης. Ή, για να είμαι ακριβέστερος, η αντικατάσταση της απόκρισης με μία αίσθηση αυτοεπιβεβαιωτικής συμμετοχής – ένα ηθικολογικό διαδικτυακό κουκλοθέατρο, όπου αντί για την εγκατάλειψη των πάντων, υψώνουμε το βλέμμα σε οθόνες και καθρεφτιζόμαστε στους ψηφιακούς ρυθμούς της εικαζόμενης ευσέβειας.</p>
<p>Η εντολή έγινε ρητορική. Το «ἠκολούθησαν αὐτῷ» (Ματθ. 4,20) έγινε ερμηνευτική στρατηγική, όχι βίωμα. Κι ο πατέρας –ο πατέρας, που στα πρώτα λόγια εγκαταλείφθηκε– αναδύεται ξανά ως επινόηση, ως βιογραφικό δεδομένο, ως ταυτότητα. Ποια δίχτυα άφησες εσύ; Ποιο πλοίο;</p>
<p><strong>Η πρόκληση του Ευαγγελίου δεν είναι πρόσκληση σε μια ηθική κοινότητα με διακριτικά μέλη.</strong> Είναι ρωγμή στη φυσική σειρά, ριζική ανατροπή του τρόπου με τον οποίο το εγώ δομείται – και επιβεβαιώνεται. Κι όμως, πόσοι μετατρέψαμε αυτή τη ρωγμή σε πηγή κοινωνικής υπεροχής; Πόσοι ντύσαμε τη σιωπή της πίστης με το ένδυμα της υπερηφάνειας; Και κάθε φορά που η κλήση γίνεται μέσο –όχι μόνο μέσο προβολής, αλλά ακόμη χειρότερα: εργαλείο για επιβολή, ένδειξη αγιότητας, μηχανισμός αναπαραγωγής ενός συστήματος– η φωνή Του πνίγεται, όχι στη βία του κόσμου, αλλά στον καθωσπρεπισμό των «ευσεβών».</p>
<p>Τότε, δεν πρόκειται για μαθητεία, αλλά για προδοσία. Μια ήπια, σταδιακή, καθημερινή σταύρωση – όχι ηρωική ούτε μαρτυρική. Απλώς, εξυπηρετική. Το μαχαίρι δεν εισχωρεί στον τύπο των ήλων, αλλά στα χαρτιά του γραφείου· όχι στο σώμα Του, αλλά στην καρδιά του ευαγγελίου. Και όσοι το διαπράττουν, συχνά μοιάζουν περισσότερο με καλά εκπαιδευμένους υπαλλήλους, παρά με ανθρώπους που εγκατέλειψαν τα δίχτυα τους.</p>
<p>Ποιος λοιπόν ακολουθεί; Εκείνος που διατηρεί το σχήμα της πίστης, αλλά δεν αποδέχεται την απώλεια που αυτή προϋποθέτει; Εκείνος που έχει μετατρέψει το Ευαγγέλιο σε ζήτημα αισθητικής; Πόσο εύκολα στιγματίζεται η «ακατάλληλη» γυναίκα, το «μη επαρκώς μετανοημένο» σώμα, η παρουσία που διακόπτει την ομοιομορφία του ναού. Όμως Εκείνος δεν παραμένει μέσα. Στέκεται έξω – στη βροχή. Στο πρόσωπο του πρόσφυγα, της γυναίκας που γλίτωσε από την κακοποίηση, του ανέργου που ψάχνει απλώς μια πόρτα ανοιχτή.</p>
<p>Η Εκκλησία, αν έχει λόγο υπάρξεως, τον έχει ως ξενώνας για πληγωμένους. Δεν είναι χώρος τελειότητας, είναι λουτρό καθαρμού. Και η μαθητεία δεν είναι θέση· είναι στάση. Δεν είναι ύψος· είναι κλίση. «Ὁ δε μείζων ὑμῶν ἔσται ὑμῶν διάκονος». Όχι επιτηδευμένα, αλλά έμπρακτα. Το νίψιμο των ποδιών δεν είναι τελετουργία· είναι αποκάλυψη της φύσης της βασιλείας. Αν η αποστολή είναι ακόμη λέξη που λέγεται με σοβαρότητα, δεν μπορεί να σημαίνει επιβολή. Δεν μπορεί να είναι το χαρτοφυλάκιο μιας πολιτιστικής υπεροχής. Ούτε ένα πρόγραμμα μεταφοράς αξιών. Είναι η απλή, σχεδόν αόρατη πράξη του να σταθείς πλάι στον άλλο χωρίς να του ζητήσεις να σου μοιάσει. Να αναγνωρίσεις στο βλέμμα του το δικό σου παρελθόν, πριν γίνει μνήμη. Να του προσφέρεις νερό· όχι επειδή εκείνος διψά, αλλά επειδή εσύ κάποτε διψούσες.</p>
<p>Να του πλύνεις τις πληγές, όχι επειδή είσαι γιατρός, αλλά επειδή κάποτε κάποιος καθάρισε τις δικές σου. Αυτή είναι η αλιεία των ανθρώπων. Όχι να τους μαζέψεις σε καθαρά δίχτυα· αλλά να τους βγάλεις από τη σκοτεινή τους λίμνη. Όχι να μετρήσεις κεφάλια σε στατιστικές· αλλά να γνωρίσεις ψυχές με την οικειότητα της σιωπής. Όχι να προσφέρεις απαντήσεις· αλλά να σταθείς δίπλα στην ερώτηση. Όχι να μιλήσεις για πίστη· αλλά να τη ζήσεις ως πράξη κοινής ανάσας. Πίστη, δηλαδή, που μετριέται με ποτήρια νερού και φέτες ψωμιού. Όχι με παλμούς ρητορικής.</p>
<p>Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας δεν θα το έλεγε καλύτερα· ούτε απλούστερα: «Τοῦτο πρῶτον πίε, φησὶ, ταχύ ποίει&#8230; δέχεσθε τὸ κήρυγμα τὸ σωτήριον».<a href="x-webdoc://32FD874E-0AE6-4E1A-903A-A0A123BB6566#_ftn1" name="_ftnref1">[1]</a> Η ταχύτητα δεν είναι σπουδή· είναι αναγνώριση της στιγμής. Όχι του καιρού γενικά, αλλά της καιρικότητας του νυν: το τώρα που δεν θα επαναληφθεί. Η απόκριση δεν σηκώνει μελλοντολογίες. Είναι όπως η αυγή – είτε σε βρίσκει ξύπνιο, είτε όχι.</p>
<p>Η μαθητεία δεν είναι αποδοχή κανόνων· δεν είναι εγγραφή σε σχολή· δεν είναι συμμόρφωση. Είναι έξοδος. Όχι ηρωική, αλλά υπαρξιακή. Η μετάβαση από την αυτάρκεια στην προσφορά. Από την ψευδαίσθηση του ελέγχου στη βεβαιότητα της αγάπης. Όχι μιας αγάπης ασαφούς, αλλά εκείνης που θυσιάζεται – με το σώμα, με τον χρόνο, με την απώλεια. Και που στο τέλος γνωρίζει ότι μόνο αυτό που έχει ήδη δοθεί μπορεί να σωθεί.</p>
<p>Ό,τι κρατάς, χάνεται. Ό,τι δίνεις, παραμένει.</p>
<p>Η αληθινή ταυτότητα του ανθρώπου δεν βρίσκεται μέσα του. Δεν είναι το σύνολο των αναμνήσεών του ούτε η ψυχολογία του. Είναι η σχέση του με τον Άλλο – πρώτα τον Θεό, έπειτα κάθε «άλλον» που γίνεται εικόνα Του. Γι’ αυτό και κάθε βήμα που κάνει πίσω Του είναι βήμα προς το Πάθος. Όχι ως σκηνοθεσία εσωτερικής εξύψωσης, αλλά ως κάθοδος. Προς τον Γολγοθά. Εκεί όπου η σιωπή γίνεται κραυγή και το σκοτάδι αφήγηση.</p>
<p>Μόνο μέσα από τη νύχτα περνά κανείς στην Ανάσταση. Όχι ως ιδέα. Ως εμπειρία.</p>
<p>Και εκεί, στην άκρη της θυσίας, δεν υπάρχει πια θεωρία. Υπάρχει μόνο ποίηση – όχι με λέξεις, αλλά με το αίμα της καρδιάς. Μια γραφή όχι σε χαρτί, αλλά στα χέρια που ακουμπούν τα χέρια του άλλου. Ένας στίχος όχι προς αποστήθιση, αλλά προς ζωή. Ένας ψαράς που δεν συλλαμβάνει αλλά λυτρώνει.</p>

<p>Το άρθρο <a rel="nofollow" href="https://tirnavospress.gr/episkopos-melitinis-maximos-pafilis-ta-adeia-dichtya/">Επίσκοπος Μελιτηνής, Μάξιμος Παφίλης: Τα Άδεια Δίχτυα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a rel="nofollow" href="https://tirnavospress.gr">TirnavosPress</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Επίσκοπος Μελιτηνής &#8211; Κυριακή του Τυφλού</title>
		<link>https://tirnavospress.gr/episkopos-melitinis-kyriaki-tyfloy/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Gio]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 24 May 2025 19:54:59 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Εκκλησία]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΟΙΝΩΝΙKA]]></category>
		<category><![CDATA[Επίσκοπος]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://tirnavospress.gr/episkopos-melitinis-kyriaki-tyfloy/</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η ψυχή παρεκκλίνει ενίοτε, όργανο της όρασης αόμματο από καταβολής πνευματικής, όχι απλώς σωματικής. Περιπλανιέται σε αυτόν τον κόσμο, ένα θέατρο σκιών και ονειρικών μορφών, εξερευνώντας διά της αφής τους ψυχρούς τοίχους της ίδιας της απελπισίας, ενώ το αληθινό φως φλέγεται ολόγυρα. Όμως εκείνη, σαν νυχτερίδα μέρα μεσημέρι, εναντιώνεται στην αυγή. Η υποκρισία, ένα ασφυκτικό [&#8230;]</p>
<p>Το άρθρο <a rel="nofollow" href="https://tirnavospress.gr/episkopos-melitinis-kyriaki-tyfloy/">Επίσκοπος Μελιτηνής &#8211; Κυριακή του Τυφλού</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a rel="nofollow" href="https://tirnavospress.gr">TirnavosPress</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-weight: 400;"><strong>Η ψυχή παρεκκλίνει ενίοτε, όργανο της όρασης αόμματο από καταβολής πνευματικής, όχι απλώς σωματικής.</strong></p>
<p style="font-weight: 400;">Περιπλανιέται σε αυτόν τον κόσμο, ένα θέατρο σκιών και ονειρικών μορφών, εξερευνώντας διά της αφής τους ψυχρούς τοίχους της ίδιας της απελπισίας, ενώ το αληθινό φως φλέγεται ολόγυρα. Όμως εκείνη, σαν νυχτερίδα μέρα μεσημέρι, εναντιώνεται στην αυγή. Η υποκρισία, ένα ασφυκτικό σάβανο που περιβάλλει τις ματαιοδοξίες των πολλών, μετατρέπεται στον αέρα που εισπνέουν, μια δηλητηριώδης ατμόσφαιρα όπου η αλήθεια αργοπεθαίνει, σαν τρυφερό άνθος κάτω από αιφνίδιο παγετό. Και οι στερημένοι οράσεως καθοδηγούν άλλους στερημένους οράσεως, σε έναν χορό παράφρονα, προς το χάος το οποίο εκλαμβάνουν ως τάξη θεόσταλτη. Οι οφθαλμοί τους, υάλινες σφαίρες κενού, αντικατοπτρίζουν μονάχα το είδωλο της ψευδαίσθησής τους.</p>
<p style="font-weight: 400;">Διερχόμενος ο Ιησούς, αυτός ο αλλόκοτος ξένος στην έρημο των ανθρώπινων καρδιών, είδε έναν άνθρωπο, όχι απλώς μια σάρκα στερημένη φωτός, αλλά ένα σύμβολο της παγκόσμιας αβλεψίας. Η ερώτηση των μαθητών, «Ῥαββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ;» (Ἰωάν. θ´ 2), αντηχεί την πανάρχαια, φθαρμένη αντίληψη της ανταπόδοσης, εκείνη την αράχνη που υφαίνει τους ιστούς της ευλάβειας πάνω σε σαθρά θεμέλια. Αλλά η απόκριση του Κυρίου, δίστομο μαχαίρι, διαρρηγνύει το περίβλημα μιας τέτοιας θεολογίας αριθμών και κανόνων: «Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ» (Ἰωάν. θ´ 3). Τα έργα του Θεού. Όχι οι ανθρώπινες ερμηνείες, οι στιλπνές πέτρες της φλυαρίας, που αναδίδουν την ψυχρότητα του τάφου. Ο Χριστός, ο ίδιος φως του κόσμου, πτύει κατά γης, πράξη ακατανόητη, σχεδόν βλάσφημη για τους σχολαστικούς, και δημιουργεί πηλό. Πηλός. Η πρωτόπλαστη γη, η ταπεινή ύλη από την οποία πλάστηκε ο Αδάμ, γίνεται όργανο θεραπείας. Αλείφει τους οφθαλμούς του τυφλού. Μια επαφή αποτρόπαια, ίσως, για τον καθωσπρεπισμό. Μια χειρονομία ανεπεξέργαστη, άξεστη, σαν κραυγή από έναν αρχέγονο κόσμο.</p>
<p style="font-weight: 400;">«Ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ» (Ἰωάν. θ´ 7). Η εντολή δίδεται, και ο τυφλός υπακούει. Δεν ερωτά, δεν αμφιβάλλει, δεν ζητά εγγυήσεις. Ίσως η μακροχρόνια απόγνωση είχε διαβρώσει κάθε ίχνος αντίστασης, αφήνοντας μόνο την γυμνή ελπίδα, την ελπίδα του απεγνωσμένου. Και στο ύδωρ της κολυμβήθρας, σύμβολο του μελλοντικού βαπτίσματος, του θανάτου του παλαιού ανθρώπου και της αναγέννησης, ο πηλός ξεπλένεται, και το φως εισρέει, όχι σταδιακά, αλλά σαν καταρράκτης, πνίγοντας τις παλαιές σκιές στην απροσδόκητη λαμπρότητά του. Ήλθε βλέπων. Δύο λέξεις, απλές, αλλά που περικλείουν το θαύμα, την ανατροπή της φύσης, την εισβολή του υπερβατικού στην πεζή καθημερινότητα.</p>
<p style="font-weight: 400;">Οι γείτονες, οι θεατές της χρόνιας δυστυχίας του, περιέρχονται σε σύγχυση. «Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν;» (Ἰωάν. θ´ 8). Η αμφισβήτηση, η δυσπιστία, ο φόβος του αγνώστου. Η ανθρώπινη φύση, πάντοτε έτοιμη να αρνηθεί το θαυμαστό, εάν δεν χωρά στα στενά καλούπια της λογικής της. Εκείνος όμως, ο πρώην τυφλός, ο νυν βλέπων, διακηρύσσει την ταυτότητά του με ακλόνητη βεβαιότητα: «Ἐγώ εἰμι» (Ἰωάν. θ´ 9). Μια δήλωση νέας, ανακαινισμένης ύπαρξης. Και όταν ερωτάται για τον τρόπο της θεραπείας, η αφήγησή του είναι λιτή, απογυμνωμένη από θεολογικές περιπλοκές: «Ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα» (Ἰωάν. θ´ 11). Καμία προσπάθεια ερμηνείας. Καμία απόπειρα να εξηγήσει το ανεξήγητο. Μόνο η ωμή πραγματικότητα της εμπειρίας. Το γεγονός αυτό καθαυτό.</p>
<p style="font-weight: 400;">Οι Φαρισαίοι, οι φρουροί του Νόμου, οι αρχιτέκτονες του λαβυρίνθου των θρησκευτικών διατάξεων, εισέρχονται στη σκηνή. Η καρδιά τους, λίθος σκληρός και ψυχρός, σαν τα μάρμαρα φθαρμένων μνημείων, αδυνατεί να αισθανθεί τη θέρμη του θαύματος. Το Σάββατο. Αυτή είναι η μόνη τους έγνοια. Ο τύπος, όχι η ουσία. Η τήρηση του γράμματος, ακόμη κι όταν αυτό φονεύει το πνεύμα. «Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ» (Ἰωάν. θ´ 16). Η λογική τους, αποστεωμένη, δεν μπορεί να συλλάβει ότι ο Κύριος του Σαββάτου δύναται να ενεργεί και κατά το Σάββατο. Η ακαμψία τους είναι η φυλακή τους, μια φυλακή όπου το ανίερο της τυπολατρίας μεταμφιέζεται σε αγιότητα. Σχίσμα γεννιέται ανάμεσά τους, διότι η αλήθεια, ακόμη κι όταν απορρίπτεται, αφήνει ρωγμές στα τείχη του ψεύδους. Ερωτούν πάλι τον πρώην τυφλό, εσύ τι λες; Κι εκείνος, με την απλότητα του παιδιού και τη σοφία του φωτισμένου, αποκρίνεται: «Προφήτης ἐστίν» (Ἰωάν. θ´ 17). Μια λέξη, αλλά που φέρει το βάρος αιώνων μαρτυρίας.</p>
<p style="font-weight: 400;">Η άρνηση των Ιουδαίων εντείνεται. Κυνηγούν τους γονείς, αναζητώντας μια απόδειξη της απάτης, μια δικαιολογία για την απιστία τους. Οι γονείς, φοβούμενοι την αποσυναγωγή, τον κοινωνικό θάνατο, την εξορία από το σώμα της κοινότητας, ομολογούν μεν την ταυτότητα του υιού τους και την εκ γενετής τύφλωσή του, αλλά μεταθέτουν την ευθύνη της μαρτυρίας σε αυτόν: «Αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει» (Ἰωάν. θ´ 21, 23). Ο φόβος, σκιά παγερή, σκεπάζει την αλήθεια. Και οι Φαρισαίοι, στο αδιέξοδό τους, επιστρέφουν στον άνθρωπο, επιχειρώντας να τον εκφοβίσουν ή να τον παραπλανήσουν: «Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν» (Ἰωάν. θ´ 24). Η απάντηση του πρώην αόμματου είναι αριστούργημα αφοπλιστικής ειλικρίνειας και ακαταμάχητης λογικής, ο απόλυτος ρυθμός της ψυχής που βρήκε φωνή: «Εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω» (Ἰωάν. θ´ 25). Ένα γνωρίζω. Αυτό το ένα, η προσωπική βεβαιότητα, συντρίβει κάθε θεωρητικό κατασκεύασμα. Η εμπειρία του φωτός υπερβαίνει κάθε συζήτηση περί του σκότους.</p>
<p style="font-weight: 400;">Οι Φαρισαίοι, εξοργισμένοι από την ανικανότητά τους να διαψεύσουν το γεγονός ή να κάμψουν τον μάρτυρα, καταφεύγουν στον χλευασμό και την αυθεντία του Μωυσέως, τον οποίο επικαλούνται ως ασπίδα κατά του ανεπιθύμητου φωτός. «Ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν» (Ἰωάν. θ´ 29). Η τύφλωσή τους είναι πλέον ολοφάνερη, αγνοούν την πηγή του φωτός που έλαμψε ενώπιόν τους. Και ο πρώην τυφλός, νυν διδάσκαλος διά της αθωότητάς του, εκφράζει την έκπληξή του για την άγνοια των σοφών: «Ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς» (Ἰωάν. θ´ 30). Πράγματι, όπως παρατηρεί ο Ιωάννης ο Καντακουζηνός, «Ταῦτα γὰρ πάντα Θεοῦ ἔργα προδήλως ὑπάρχουσι».<a href="#_ftn1" name="_ftnref1">[1]</a> Η νέα θεολογία, η θεουργία του Χριστού, ξεπερνά τους παλαιούς λόγους, διότι εδώ ο Θεός ενεργεί, πληροί, ενώνει τα ταπεινά με τα θεία. Η απόρριψη του Χριστού από μέρους των Φαρισαίων φανερώνει την ανικανότητά τους να διακρίνουν τη θεία ενέργεια, εγκλωβισμένοι καθώς ήταν σε μια γνώση νεκρή, ένα σύστημα ερμητικά σφραγισμένο. Τον έδιωξαν. Η πράξη της αποκοπής, η βιαιότητα της εξουσίας που αισθάνεται να κινδυνεύει.</p>
<p style="font-weight: 400;">Αλλά ο εκδιωχθείς ευρίσκεται από τον Χριστό. Η συνάντηση αυτή, μακριά από τον θόρυβο των αντιλογιών, στην ησυχία της προσωπικής σχέσης, οδηγεί στην κορύφωση της πίστης. «Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ;» (Ἰωάν. θ´ 35). Η ερώτηση απευθύνεται όχι μόνο στον νου, αλλά σε ολόκληρη την ύπαρξη. Και η απάντηση, «Καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν;» (Ἰωάν. θ´ 36), φανερώνει ψυχή διψασμένη, έτοιμη να δεχθεί. Όταν δε ο Ιησούς αποκαλύπτεται, «Καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν» (Ἰωάν. θ´ 37), ο πρώην τυφλός αναφωνεί: «Πιστεύω, Κύριε» (Ἰωάν. θ´ 38). Και τον προσκύνησε. Η προσκύνηση. Η τελική αναγνώριση της θεότητας, η παράδοση ολόκληρου του είναι στον Δημιουργό.</p>
<p style="font-weight: 400;">Το φως, όταν αποκαλύπτεται, δεν είναι πάντοτε γλυκό, ούτε παρήγορο σαν απαλή μελωδία. Δύναται να είναι αστραφτερό σαν λεπίδα ξυραφιού, αποκαλύπτοντας τις φρικαλεότητες του σκότους που προηγήθηκε. Η αλήθεια φέρει μάχαιρα, όχι πάντοτε ειρήνη, διχάζοντας την ψυχή από τα δεσμά του ψεύδους. Η όραση η αληθινή, η πνευματική θέαση, δεν είναι κατάσταση στατική, αλλά διαρκής αγώνας, μια ανάβαση σε κλίμακα τραχιά, όπου κάθε βήμα είναι μια μικρή νίκη κατά της εντός μας τύφλωσης. Διότι η γνώση του Θεού υπερβαίνει την ανθρώπινη κατανόηση· «Ἡ γὰρ τοῦ Θεοῦ ἀγνωσία οὐ λέγεται κατὰ στέρησιν, ἀλλὰ καθ&#8217; ὑπεροχήν.» Τούτο το υπερβάλλον φως, για τους αδύναμους οφθαλμούς της πεπτωκυίας φύσης, δύναται να φαντάζει ως σκότος. Μόνο διά της πίστης, εκείνου του ταπεινού πηλού της καρδιάς, αναμεμειγμένου με το πτύσμα της θείας χάριτος, δύναται ο άνθρωπος να ατενίσει, έστω και αμυδρά, το πρόσωπο του Θεού, όχι ως κριτή ανελέητο σε ένα ψυχρό και αδιάφορο σύμπαν, αλλά ως πατέρα στοργικό, που αναμένει την επιστροφή μας στην οικία του φωτός. Η καρδιά, σαν παράθυρο ραγισμένο μεν από την καταιγίδα του κόσμου, αλλά ακόμη ικανό να αφουγκραστεί τον ψίθυρο του απείρου, τον απόηχο εκείνου του «ἓν οἶδα», που αντηχεί διά των αιώνων ως μαρτυρία του ακατάλυτου φωτός. Και το βλέμμα, καθαρισμένο στα δάκρυα της μετάνοιας, γίνεται κάτοπτρο, όπου το άκτιστο φως χορεύει τον αιώνιο χορό του. Το σκοτάδι, η απουσία, ο κενός θρόνος της απιστίας, μετασχηματίζεται με την παρουσία του Χριστού σε πληρότητα φωτός, μια σιωπή γεμάτη λόγο.</p>

<p>Το άρθρο <a rel="nofollow" href="https://tirnavospress.gr/episkopos-melitinis-kyriaki-tyfloy/">Επίσκοπος Μελιτηνής &#8211; Κυριακή του Τυφλού</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a rel="nofollow" href="https://tirnavospress.gr">TirnavosPress</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Επίσκοπος Μελιτηνής Μάξιμος Παφίλης &#8211; Κυριακή του Παραλύτου</title>
		<link>https://tirnavospress.gr/episkopos-melitinis-maximos-pafilis-kyriaki-paralytoy/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Gio]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 10 May 2025 08:44:22 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Εκκλησία]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΟΙΝΩΝΙKA]]></category>
		<category><![CDATA[Επίσκοπος]]></category>
		<category><![CDATA[Ορθοδοξία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://tirnavospress.gr/episkopos-melitinis-maximos-pafilis-kyriaki-paralytoy/</guid>

					<description><![CDATA[<p>Σιωπή και κίνηση αργή σε βυθό αβυσσαλέο, εκεί όπου οι λέξεις αποσυντίθενται σαν παλαιά ναυάγια, φορτωμένα με το άχθος των προσευχών που δεν εισακούστηκαν, με το ασήκωτο φορτίο της σάρκας που διψά για ένα σημείο, για μια βεβαιότητα πέραν του τάφου. Πέτρα η καρδιά, αναμένοντας τον κτύπο που θα την κάνει να ραγίσει, να γίνει [&#8230;]</p>
<p>Το άρθρο <a rel="nofollow" href="https://tirnavospress.gr/episkopos-melitinis-maximos-pafilis-kyriaki-paralytoy/">Επίσκοπος Μελιτηνής Μάξιμος Παφίλης &#8211; Κυριακή του Παραλύτου</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a rel="nofollow" href="https://tirnavospress.gr">TirnavosPress</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-weight: 400;"><strong>Σιωπή και κίνηση αργή σε βυθό αβυσσαλέο, εκεί όπου οι λέξεις αποσυντίθενται σαν παλαιά ναυάγια, φορτωμένα με το άχθος των προσευχών που δεν εισακούστηκαν, με το ασήκωτο φορτίο της σάρκας που διψά για ένα σημείο, για μια βεβαιότητα πέραν του τάφου.</strong></p>
<p style="font-weight: 400;">Πέτρα η καρδιά, αναμένοντας τον κτύπο που θα την κάνει να ραγίσει, να γίνει συντρίμμια, ίσως τότε μόνο να κυλήσει το νερό της ζωής, όχι σαν θαύμα κραυγαλέο, αλλά σαν ψίθυρος παρηγορητικός μέσα στην ερημία που εμείς οι ίδιοι υφάναμε γύρω μας, εγκλωβισμένοι στην αδηφάγο αναζήτηση της χειροπιαστής απόδειξης.</p>
<p style="font-weight: 400;">Και μέσα σε τούτο το πλέγμα της αναμονής και της αμφιβολίας, προβάλλει η μορφή εκείνου του ανθρώπου, του Παραλύτου της Βηθεσδά, σκιά αιώνια της ανθρώπινης αδυναμίας που προσμένει την κίνηση των υδάτων και την ουράνια παρέμβαση.</p>
<p style="font-weight: 400;">Φως λιγοστό, σαν απολειφάδι από γιορτή λησμονημένη, γλιστρά πάνω στις πέτρες της Προβατικής Κολυμβήθρας, αποκαλύπτοντας το δράμα της ανθρώπινης προσδοκίας.</p>
<p style="font-weight: 400;">Τριάντα οκτώ χρόνια σιωπηλής αναμονής, μια ολόκληρη ζωή συμπυκνωμένη στην ελπίδα μιας στιγμιαίας ταραχής του ύδατος, ένας κόσμος ασθενών, τυφλών, χωλών, ξηρών, ψυχές ζαρωμένες κάτω από τις πέντε στοές, καθρέφτες της δικής μας παράλυσης, της αδυναμίας μας να αρθούμε πάνω από τη φθορά και τον φόβο.</p>
<p style="font-weight: 400;">Πόσο συχνά κι εμείς, αλήθεια, αναζητούμε τον Άγγελο εκείνον, τον εξωτερικό μεσάζοντα, αγνοώντας την εσωτερική φωνή που ψιθυρίζει, <em>«θέλεις υγιής γενέσθαι;»</em> (Ιωάν. 5, 6), ερώτημα που μεταθέτει το βάρος της θεραπείας από το θαύμα στην επιθυμία, από την παθητική αναμονή στην ενεργητική πίστη. Κι όμως, εμείς επιμένουμε να εναποθέτουμε τις ελπίδες μας σε εξωτερικές δυνάμεις, σε φωτισμένους γέροντες που ξεφυτρώνουν σαν δηλητηριώδη μανιτάρια μετά τη βροχή, ανταποκρινόμενοι στην απεγνωσμένη μας ανάγκη για οδηγούς και πνευματικούς γκουρού, λησμονώντας εκείνη την τόσο λιτή αλλά και τόσο απελευθερωτική διαβεβαίωση του Χριστού, <em>«μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες»</em> (Ιωάν. 20, 29).</p>
<p style="font-weight: 400;">Η πίστη, αυτή η λεπτή, σχεδόν αόρατη κλωστή, που μας συνδέει με τον Θεό, γίνεται αντικείμενο επίδειξης, ένα τρόπαιο που περιφέρουμε στις ψηφιακές αγορές, διαλαλώντας κάθε θεία παρέμβαση, κάθε μικρό ή μεγάλο «θαύμα», σαν να επρόκειτο για προσωπική μας κατάκτηση, για απόδειξη της δικής μας εξαιρετικής πνευματικότητας.</p>
<p style="font-weight: 400;">Το θαύμα, όμως, στην ουσία του, δεν είναι παράσταση για το πλήθος, είναι μια ρωγμή στην πανοπλία της λογικής, μια πρόσκληση σε μια βαθύτερη πραγματικότητα, όχι κραυγή που επιβάλλει, αλλά ψίθυρος που προσκαλεί. Ο Χριστός δεν ενεργούσε θαύματα για να εντυπωσιάσει, για να συγκεντρώσει οπαδούς, αλλά για να αποκαλύψει την αγάπη του Πατέρα, για να προσφέρει την δυνατότητα της μεταμόρφωσης. Πόσο μικροί φαινόμαστε, πόσο επιφανειακοί, όταν μετρούμε την πνευματική μας ανάπτυξη με τον αριθμό των θαυμάτων που «πιστεύουμε» ή που έχουμε «δει», συγκρίνοντας αλαζονικά τον εαυτό μας με εκείνους που θεωρούμε «αμαρτωλούς» ή «λιγότερο πιστούς». Και έχουμε το θράσος να απαιτούμε την πίστη τους, με τρόπο φασιστικό αλλά και ειρωνικό.</p>
<p style="font-weight: 400;">Στην καρδιά αυτής της ανθρώπινης ανάγκης για το θαυμαστό, για το σημείο που θα διαλύσει κάθε αμφιβολία, αναδύεται η μορφή του Παραλύτου, όχι ως απλός αποδέκτης ενός θαύματος, αλλά ως σύμβολο της ανθρώπινης κατάστασης ενώπιον του μυστηρίου. Η απάντησή του, <em>«Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω, ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ, βάλη με εις την κολυμβήθραν· εν ω δε έρχομαι εγώ, άλλος προ εμού καταβαίνει»</em> (Ιωάν. 5, 7), δεν είναι απλώς μια περιγραφή της ατυχίας του, είναι οι λέξεις της μοναξιάς, της απελπισίας που γεννά η παρατεταμένη αδυναμία, η αίσθηση ότι ο κόσμος προχωρά, αφήνοντάς μας πίσω, αβοήθητους, στην άκρη του δρόμου, περιμένοντας κάποιον να μας «βάλει» στη ζωή. Η απουσία του «ανθρώπου» είναι η απουσία της αλληλεγγύης, της κοινότητας που στηρίζει, αλλά και η βαθύτερη έλλειψη της προσωπικής δύναμης, της απόφασης να αρπάξουμε την ευκαιρία, ακόμα κι όταν όλα φαίνονται αντίξοα. Και τότε, μέσα σε αυτή την απόλυτη ένδεια, ακούγεται η προσταγή, η λέξη που ανατρέπει τα δεδομένα: <em>«Έγειρε, άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει»</em> (Ιωάν. 5, 8).</p>
<p style="font-weight: 400;">Αυτή η εντολή, τόσο απλή και τόσο επαναστατική, δεν απαιτεί, δεν ζητά διαπιστευτήρια πίστης, δεν υπόσχεται μελλοντική ανταμοιβή. Είναι μια άμεση κλήση σε δράση, σε υπέρβαση της παράλυσης, όχι μόνο της σωματικής, αλλά κυρίως της υπαρξιακής. Το κρεβάτι, σύμβολο της ασθένειας, της ακινησίας, της εξάρτησης, γίνεται τώρα το τρόπαιο της νίκης, το τεκμήριο της απελευθέρωσης. <em>«Και ευθέως εγένετο υγιής ο άνθρωπος, και ήρε τον κράββατόν αυτού και περιεπάτει»</em> (Ιωάν. 5, 9). Η αμεσότητα της θεραπείας, η απουσία κάθε θεατρικότητας, υπογραμμίζει την κυριαρχική δύναμη του Λόγου, που δεν χρειάζεται εξηγήσεις, μόνο εμπιστοσύνη.</p>
<p style="font-weight: 400;">Όμως, η χαρά της θεραπείας σκιάζεται αμέσως από την αντίδραση των θρησκευτικών αρχόντων. <em>«Έλεγον ουν οι Ιουδαίοι τω τεθεραπευμένω· Σάββατόν εστιν· ουκ έξεστί σοι άραι τον κράββατον»</em> (Ιωάν. 5, 10). Η τυπολατρία, η προσκόλληση στο γράμμα του Νόμου, τυφλώνει μπροστά στο θαύμα της αγάπης, στην αποκατάσταση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Το Σάββατο, ημέρα ανάπαυσης και δοξολογίας, μετατρέπεται σε αφορμή κατηγορίας, σε εμπόδιο για την εκδήλωση της θείας ευσπλαχνίας. Εδώ, αναδεικνύεται η τραγική ειρωνεία: αυτοί που θα έπρεπε να αναγνωρίσουν πρώτοι την παρουσία του Θεού, γίνονται οι κατήγοροι εκείνου που βίωσε τη δύναμή Του. Και όπως παρατηρεί ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, για τους οποίους αναφέρει χαρακτηριστικά: <em>«πικροὶ δὲ ὄντες ἐπιτιμηταί, καὶ μόνον εἰδότες τοῦτο καλῶς, παρανομίας ἐγκλήματι περιβάλλουσι τὸν ἄρτι καὶ μόλις τῆς μακρᾶς ἀνακύψαντα νόσου»</em>.<a href="#_ftn1" name="_ftnref1">[1]</a> Αυτοί οι άνθρωποι, τυφλωμένοι από την προσήλωσή τους στο γράμμα του νόμου, αδυνατούν να συλλάβουν την ανωτερότητα της θείας ενέργειας που υπερβαίνει και νοηματοδοτεί τον Νόμο, επιτάσσοντάς του να παραμείνει δέσμιος της ασθένειας, προκειμένου να τιμηθεί η αργία του Σαββάτου. Η απάντηση του θεραπευμένου, όμως, είναι αποστομωτική: <em>«Ο ποιήσας με υγιή, εκείνός μοι είπεν· άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει»</em> (Ιωάν. 5, 11). Η αυθεντία του Θεού υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη διάταξη, η εμπειρία της σωτηρίας ακυρώνει κάθε νομικιστική ένσταση.</p>
<p style="font-weight: 400;">Η αναζήτηση του «ανθρώπου» που έδωσε την εντολή, <em>«Τις εστιν ο άνθρωπος ο ειπών σοι, άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει;»</em> (Ιωάν. 5, 12), αποκαλύπτει την εμμονή των κατηγόρων όχι στην αλήθεια, αλλά στον εντοπισμό του «ενόχου». Ο Ιησούς, όμως, <em>«εξένευσεν όχλου όντος εν τω τόπω»</em> (Ιωάν. 5, 13), αποφεύγοντας την αναμέτρηση, όχι από φόβο, αλλά γιατί η αποστολή Του δεν ήταν η σύγκρουση, αλλά η σπορά του Λόγου. Και η συνάντησή Του με τον θεραπευμένο στο ιερό, <em>«Ίδε υγιής γέγονας· μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρόν σοί τι γένηται»</em> (Ιωάν. 5, 14), συνδέει την σωματική θεραπεία με την πνευματική ευθύνη. Η υγεία δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά ευκαιρία για μια νέα ζωή, απαλλαγμένη από τις παλαιές αμαρτίες, από τις συνήθειες που οδηγούν στην παράλυση της ψυχής.</p>
<p style="font-weight: 400;">Εμείς, οι σύγχρονοι ακροατές αυτής της αφήγησης, πόσο συχνά δεν εγκλωβιζόμαστε σε ανάλογες νοοτροπίες; Αναζητούμε το θαύμα ως απόδειξη, αλλά αρνούμαστε να σηκώσουμε τον δικό μας «κράββατο», τις ευθύνες μας, τις συνέπειες των επιλογών μας. Κρίνουμε την πίστη των άλλων, αλλά παραβλέπουμε τη δική μας πνευματική τύφλωση. Είμαστε έτοιμοι να καταδικάσουμε κάθε παρέκκλιση από τον «κανόνα», αγνοώντας την ουσία της αγάπης και της συγχώρεσης. Γινόμαστε κυνηγοί «αγίων» και «θαυμάτων», ξεχνώντας ότι η Βασιλεία του Θεού βρίσκεται εντός μας, ότι ο Χριστός κατοικεί στην καρδιά που ανοίγεται για να Τον υποδεχθεί, όχι μέσα από φανταχτερές εκδηλώσεις, αλλά μέσα από την ταπεινή αγάπη, την σιωπηλή προσευχή, την αδιάκοπη μετάνοια. Η πίστη δεν είναι ένα σύνολο κανόνων που πρέπει να τηρούνται, αλλά μια ζωντανή σχέση, μια πορεία στο σκοτάδι με οδηγό το αμυδρό φως ενός κεριού που τρεμοσβήνει, αλλά δεν σβήνει ποτέ. Είναι η τόλμη να περπατάς πάνω στα κύματα, ακόμα κι όταν ο άνεμος λυσσομανά και τα κύματα απειλούν να σε καταπιούν, κρατώντας το βλέμμα στραμμένο σε Εκείνον που είπε, <em>«Θαρσείτε, εγώ ειμι· μη φοβείσθε»</em> (Ματθ. 14, 27).</p>
<p style="font-weight: 400;">Στο τέλος, τι μένει; Ίσως η αίσθηση ενός ατέρμονου ταξιδιού, μιας διαρκούς αναζήτησης σε τοπία εσωτερικά που συνεχώς μεταβάλλονται, σαν ουρανοί φορτωμένοι σύννεφα που πότε αφήνουν μια αχτίδα ήλιου να περάσει και πότε βυθίζονται στο πυκνό σκοτάδι της αμφιβολίας. Η πίστη, όχι σαν βεβαιότητα ακλόνητη, αλλά σαν επιλογή, σαν πεισματική εμμονή στην ελπίδα, ακόμα κι όταν η λογική φωνάζει την απουσία νοήματος. Και μέσα σε αυτή την ταραχή, αναδύεται η μορφή του Χριστού, όχι σαν απάντηση σε όλα τα ερωτήματα, αλλά σαν παρουσία που νοηματοδοτεί την ίδια την αναζήτηση, που μετατρέπει την αγωνία σε δέηση και τον φόβο σε προσδοκία. Είμαστε οι αιώνιοι Παράλυτοι, ξαπλωμένοι δίπλα στην κολυμβήθρα των ανεκπλήρωτων επιθυμιών μας, περιμένοντας τον Άγγελο. Και η σιωπή των ουρανών, πόσο βαριά, πόσο αφόρητη μερικές φορές, και όμως, μέσα σ’ αυτήν τη σιωπή αντηχεί η ερώτηση που καθορίζει το παν: <em>«Θέλεις υγιής γενέσθαι;».</em> Με τρόπο τέτοιο, το νήμα της ζωής, τεντωμένο πάνω από το χάος, σαν χορδή ενός αόρατου οργάνου, περιμένει την αφή μας, το δικό μας «ναι», για να δονηθεί στον σκοπό της αιωνιότητας. Μια λάμψη μακρινή, σαν αστέρι που μόλις γεννήθηκε στο αχανές διάστημα της ψυχής, υπόσχεται όχι το τέλος του ταξιδιού, αλλά την αέναη αρχή του, σε μονοπάτια όπου η κάθε πτώση είναι προοίμιο ανάστασης, και το κάθε δάκρυ, σπόρος μελλοντικής χαράς, κρυστάλλινος ήχος σε μια συμφωνία πόνου και λύτρωσης.</p>
<p><strong>Επιτρέπεται η αναδημοσίευση με την προϋπόθεση αναφοράς του ονόματος του συγγραφέα, Επισκόπου Μελιτηνής Μαξίμου Παφίλη.</strong></p>

<p>Το άρθρο <a rel="nofollow" href="https://tirnavospress.gr/episkopos-melitinis-maximos-pafilis-kyriaki-paralytoy/">Επίσκοπος Μελιτηνής Μάξιμος Παφίλης &#8211; Κυριακή του Παραλύτου</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a rel="nofollow" href="https://tirnavospress.gr">TirnavosPress</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μάξιμος Παφίλης, Επίσκοπος Μελιτηνής: Ο Φόβος των Αρχιερέων</title>
		<link>https://tirnavospress.gr/maximos-pafilis-episkopos-melitinis-o-fovos-ton-archiereon/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Gio]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 12 Apr 2025 15:07:17 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Εκκλησία]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΟΙΝΩΝΙKA]]></category>
		<category><![CDATA[Επίσκοπος]]></category>
		<category><![CDATA[Ορθοδοξία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://tirnavospress.gr/maximos-pafilis-episkopos-melitinis-o-fovos-ton-archiereon/</guid>

					<description><![CDATA[<p>Ημέρες λιγοστές πριν το Πάσχα. Ο χρόνος πυκνώνει, βαραίνει σαν σύννεφο φορτωμένο βροχή λίγο πριν ξεσπάσει η καταιγίδα, μαζεύεται στις γωνιές των δωματίων, στις σιωπές ανάμεσα στις λέξεις. Μια προσμονή απλώνεται, όχι γιορτινή, αλλά υπόγεια, ψίθυρος αίματος στις φλέβες πριν την πληγή. Είναι η ανάσα του κόσμου που κρατιέται, η στιγμή πριν το μεγάλο Σάββατο [&#8230;]</p>
<p>Το άρθρο <a rel="nofollow" href="https://tirnavospress.gr/maximos-pafilis-episkopos-melitinis-o-fovos-ton-archiereon/">Μάξιμος Παφίλης, Επίσκοπος Μελιτηνής: Ο Φόβος των Αρχιερέων</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a rel="nofollow" href="https://tirnavospress.gr">TirnavosPress</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-weight: 400;"><strong>Ημέρες λιγοστές πριν το Πάσχα. Ο χρόνος πυκνώνει, βαραίνει σαν σύννεφο φορτωμένο βροχή λίγο πριν ξεσπάσει η καταιγίδα, μαζεύεται στις γωνιές των δωματίων, στις σιωπές ανάμεσα στις λέξεις.</strong></p>
<p style="font-weight: 400;">Μια προσμονή απλώνεται, όχι γιορτινή, αλλά υπόγεια, ψίθυρος αίματος στις φλέβες πριν την πληγή. Είναι η ανάσα του κόσμου που κρατιέται, η στιγμή πριν το μεγάλο Σάββατο της ιστορίας. Τα γεγονότα της Βηθανίας και της εισόδου στα Ιεροσόλυμα, όπως τα αφηγείται ο ευαγγελιστής Ιωάννης στην περικοπή της Κυριακής των Βαΐων (Ιω. 12, 1–18), δεν είναι απλώς σταθμοί προς το Πάθος, είναι το ίδιο το Πάθος που αρχίζει να ξεδιπλώνεται, η αγάπη και η προδοσία να ζυμώνονται στο ίδιο σκεύος.</p>
<p style="font-weight: 400;">Η Βηθανία, τόπος όπου ο θάνατος νικήθηκε πρόσκαιρα, γίνεται προοίμιο του οριστικού θανάτου, και η θριαμβευτική είσοδος στην πόλη μια πορεία προς την καρδιά του σκότους, προς τον Σταυρό που περιμένει σαν ανοιχτός τάφος στην κορυφή του λόφου. Εδώ, η πίστη φανερώνεται στην πιο γυμνή, σχεδόν παράλογη μορφή της, στην πράξη της Μαρίας, ενώ η υποκρισία φοράει το προσωπείο της λογικής και της φιλαλληλίας στα λόγια του Ιούδα. Η ειλικρίνεια γίνεται άρωμα πολύτιμο που γεμίζει τον χώρο, και η μυστική σκέψη της προδοσίας κρύβεται πίσω από τη μέριμνα για τους φτωχούς.</p>
<p style="font-weight: 400;">Σαν άνθη σκοτεινής ποίησης, οι πράξεις και οι παραλείψεις υφαίνουν την ατμόσφαιρα αυτών των ημερών, όπου ο Μεσσίας βαδίζει συνειδητά προς την θυσία, και ο κόσμος, μετέωρος ανάμεσα στην ελπίδα και την άρνηση, ετοιμάζεται να φωνάξει «Ωσαννά» και λίγο μετά «Σταύρωσον». Η λάσπη των δρόμων της Ιερουσαλήμ ανακατεύεται με τα δάκρυα της Μαρίας και το άρωμα του μύρου, μια αίσθηση σαν τριαντάφυλλο που σαπίζει κάτω από τη βροχή, όμορφο και οδυνηρό ταυτόχρονα.</p>
<p style="font-weight: 400;">Έξι μέρες πριν την γιορτή που θα άλλαζε τον χρόνο. &#8220;<em>ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Βηθανίαν</em>&#8221; (Ιω. 12, 1). Όχι μια τυχαία επιστροφή, μα μια στάση αναγκαία, ένας επίλογος πριν την τελική πράξη. Βηθανία. Το όνομα αντηχεί ακόμα την κραυγή &#8220;<em>Λάζαρε, δεῦρο ἔξω</em>&#8221; (Ιω. 11, 43), τον ήχο της ταφόπετρας που κυλά. &#8220;<em>Ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν</em>&#8221; (Ιω. 12, 1).</p>
<p style="font-weight: 400;">Η παρουσία του Λαζάρου στο δείπνο δεν είναι απλώς μια λεπτομέρεια, είναι μια σιωπηλή μαρτυρία, μια ζωντανή υπενθύμιση της δύναμης που κάθεται ανάμεσά τους. &#8220;<em>Ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ</em>&#8221; (Ιω. 12, 2). Φαντάσου τον: ακόμα χλωμός ίσως, με τα σημάδια του τάφου βαθιά χαραγμένα στα μάτια, ένα φάντασμα που τρώει και πίνει, η ίδια η ζωή του μια πρόκληση στην τάξη του θανάτου. Η Μάρθα διακονεί, πάντα πρακτική, γειωμένη στην ανάγκη της στιγμής. Μα η αδερφή της, η Μαρία, ζει σε άλλη διάσταση.</p>
<p style="font-weight: 400;">&#8220;<em>Ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου</em>&#8221; (Ιω. 12, 3). Μια πράξη απόλυτη, χωρίς υπολογισμούς. Μια λίτρα, όχι λίγες σταγόνες. Όλο το πολύτιμο υγρό, το άρωμα φυλαγμένο για στιγμές μεγάλες, θυσιάζεται τώρα. Η λογική θα ψιθύριζε «σπατάλη». Η αγάπη δεν μετράει. Η αγάπη χύνεται ολόκληρη, σαν το μύρο στους πόδες του Ιησού. &#8220;<em>ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ</em>&#8221; (Ιω. 12, 3). Μια εικόνα σχεδόν σκανδαλώδης.</p>
<p style="font-weight: 400;">Η γυναίκα, με τα μαλλιά της λυμένα, να σκουπίζει τα πόδια του Διδασκάλου. Υποταγή; Ναι, αλλά και βασιλική τιμή. Η οσμή απλώνεται, βαριά, γλυκιά, διαπεραστική. &#8220;<em>ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου</em>&#8221; (Ιω, 12, 3). Σαν μια αόρατη παρουσία, το άρωμα γίνεται σύμβολο της αφοσίωσης που ξεχειλίζει, της θυσίας που προαναγγέλλεται, μια ευωδία που πνίγει τον μουχλιασμένο αέρα της υποκρισίας που καραδοκεί. Είναι η στιγμή όπου η αιώνια ομορφιά αγγίζει τη φθαρτή σάρκα, ένας πίνακας ζωγραφισμένος με φως και σκιά.</p>
<p style="font-weight: 400;">Και τότε, η φωνή της αντίρρησης. &#8220;<em>Λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, Ἰούδας Σίμωνος Ἰσκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι</em>&#8221; (Ιω. 12, 4). Η αναφορά στο μέλλον, «<em>ὁ μέλλων παραδιδόναι</em>», ρίχνει μια σκιά παγωμένη πάνω στην τρυφερή σκηνή. Ο προδότης μιλά με τη γλώσσα της ψευτο-ευσέβειας, της κοινωνικής δικαιοσύνης. &#8220;<em>Διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς;</em>&#8221; (Ιω. 12, 5). Τριακόσια δηνάρια. Ένας μισθός σχεδόν ενός χρόνου. Το επιχείρημα φαίνεται αδιάσειστο. Ποιος θα μπορούσε να διαφωνήσει με τη φροντίδα για τους φτωχούς;</p>
<p style="font-weight: 400;">Μα η καρδιά του Ιούδα είναι αλλού. Ο ευαγγελιστής δεν αφήνει καμία αμφιβολία: &#8220;<em>εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ᾽ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν</em>&#8221; (Ιω. 12, 6). Η μικρή κάσα με τα χρήματα, το γλωσσόκομον, γίνεται το κέντρο του κόσμου του, ένας σκοτεινός ήλιος γύρω από τον οποίο περιστρέφονται οι σκέψεις του. Κλέφτης. Η λέξη πέφτει βαριά. Η υποκρισία του ντύνεται με τη στολή της αρετής, μια μάσκα που κρύβει το κενό, την άβυσσο της απληστίας που καταπίνει την ψυχή, σαν μαύρη τρύπα που ρουφά το φως. Οι φτωχοί γίνονται απλώς πρόφαση, ένα εργαλείο για να καλύψει την εσωτερική του ερήμωση, την αδυναμία του να κατανοήσει την πράξη της Μαρίας, την οικονομία της αγάπης που δεν λογαριάζει κόστος. Η καρδιά του παγωμένο τοπίο όπου οι νιφάδες της απληστίας σκεπάζουν κάθε ζεστό συναίσθημα.</p>
<p style="font-weight: 400;">Η απάντηση του Χριστού έρχεται ήρεμη, μα με μια βαρύτητα που κόβει την ανάσα. &#8220;<em>Εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό</em>&#8221; (Ιω, 12. 7). Η πράξη της Μαρίας αποκτά το αληθινό της νόημα. Δεν είναι σπατάλη, είναι προετοιμασία. Το μύρο δεν χύθηκε άσκοπα, αλείφει το Σώμα που σύντομα θα παραδοθεί στον θάνατο. Είναι η τιμή που προηγείται της ταπείνωσης, η ευωδία που θα παλέψει με την δυσοσμία της κακίας του κόσμου. Η Μαρία, χωρίς ίσως να το συνειδητοποιεί πλήρως, γίνεται προφήτισσα του Πάθους. Και η διάκριση που ακολουθεί, οριοθετεί την παρουσία Του στον χρόνο: &#8220;<em>τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ᾽ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε</em>&#8221; (Ιω, 12. 8). Δεν είναι αδιαφορία για τους φτωχούς.</p>
<p style="font-weight: 400;">Είναι η αναγνώριση της μοναδικότητας της στιγμής, της ιστορικής παρουσίας του Θεανθρώπου που πλησιάζει στο τέλος της επίγειας πορείας Του. Η ευκαιρία της άμεσης, φυσικής επαφής μαζί Του λιγοστεύει. Η φροντίδα για τους φτωχούς παραμένει αιώνιο χρέος της Εκκλησίας, αλλά η φυσική παρουσία του Κυρίου είναι ένα δώρο που σύντομα θα αναληφθεί. Είναι η μελαγχολία της απώλειας που ήδη σκιάζει τη χαρά της συνάντησης.</p>
<p style="font-weight: 400;">Η είδηση της παρουσίας του Ιησού και του Λαζάρου διαδίδεται σαν φωτιά σε ξερά χόρτα. &#8220;<em>Ἔγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν Ἰουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι</em>&#8221; (Ιω. 12, 9). Το πλήθος συρρέει, κινούμενο από περιέργεια, από θαυμασμό, ίσως και από μια ακαθόριστη ελπίδα. &#8220;<em>ἦλθον οὐ διὰ τὸν Ἰησοῦν μόνον, ἀλλ᾽ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν</em>&#8221; (Ιω, 12. 9). Ο Λάζαρος γίνεται αξιοθέατο, το θαύμα περπατά ανάμεσά τους. Αυτή η ζωντανή απόδειξη της δύναμης του Χριστού, όμως, ενοχλεί θανάσιμα την θρησκευτική εξουσία. &#8220;<em>ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν</em>&#8221; (Ιω. 12, 10). Η λογική τους είναι απλή και φρικιαστική: αν το σημάδι ενοχλεί, σβήσε το σημάδι.</p>
<p style="font-weight: 400;">Η ζωή που αναστήθηκε πρέπει να ξαναπεθάνει, για να μην πιστέψει ο κόσμος. &#8220;<em>ὅτι πολλοὶ δι᾽ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν Ἰησοῦν</em>&#8221; (Ιω. 12, 11). Η πίστη που γεννιέται από το θαύμα γίνεται απειλή. Η καρδιά τους έχει γίνει πέτρα, ανίκανη να δεχτεί το φως, ένας μηχανισμός εξουσίας που αμύνεται στην ίδια την Αλήθεια, σαν μηχανικό πουλί που κελαηδά ψεύτικα σε χρυσό κλουβί.</p>
<p style="font-weight: 400;">Και η επόμενη μέρα φέρνει την πομπή προς την Ιερουσαλήμ. &#8220;<em>Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν</em>&#8221; (Ιω. 12, 12). Το πλήθος που είχε έρθει για το Πάσχα, ακούγοντας πως ο θαυματουργός Ραββίνος πλησιάζει, ξεχύνεται στους δρόμους. Η ατμόσφαιρα αλλάζει. Από την κλειστή, φορτισμένη ατμόσφαιρα του δείπνου στη Βηθανία, περνάμε στην ανοιχτή, θορυβώδη εκδήλωση του ενθουσιασμού. &#8220;<em>ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ</em>&#8221; (Ιω. 12, 13). Τα βάγια, σύμβολα νίκης και χαράς, κυματίζουν στον αέρα. Οι φωνές υψώνονται, ένας χείμαρρος ζητωκραυγών: &#8220;<em>καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ</em>&#8221; (Ιω. 12, 13). «Ωσαννά!» Η κραυγή της ελπίδας, η αναγνώριση του Μεσσία, του απελευθερωτή. Τον αναγνωρίζουν ως Βασιλέα, μα η βασιλεία που προσδοκούν είναι γήινη, πολιτική, μια απελευθέρωση από τον ρωμαϊκό ζυγό. Η ειρωνεία είναι σχεδόν αφόρητη. Τον υποδέχονται ως βασιλιά, ενώ Εκείνος πηγαίνει να πεθάνει σαν κακούργος. Αυτή η μαζική έκρηξη ενθουσιασμού, πόσο εύθραυστη, πόσο εφήμερη. Μια στιγμή που συμπυκνώνει την τραγωδία της ανθρώπινης προσδοκίας που πάντα αστοχεί στο βάθος του Θείου σχεδίου. Όπως παρατηρεί και ο <a href="https://www.google.co.uk/books/edition/Patrologiae_cursus_completus_Series_grae/kDs2AQAAMAAJ?hl=el&amp;gbpv=1" target="_blank" rel="noopener">Ιωάννης Καντακουζηνός</a>, ακόμα και οι παιδικές φωνές που αναγνωρίζουν τον Χριστό ως Κύριο, μαρτυρούν την θεότητά του, αφού το όνομα «Κύριος» χωρίς προσδιορισμό ανήκει μόνο στον Θεό: «<em>Οὕτω δε ἀπροσδιορίστως τὸ « κύριος » οὐδενὸς ἑτέρου ἐστὶν ἢ τοῦ Θεοῦ. Διά τοι τοῦτο καὶ ὁ Χριστὸς Θεὸς ὢν, μὴ μόνον οὐδὲν ἐπετίμησε τοῖς λέγουσι τὸ, « Ωσαννά ἐν ὑψίστοις, … ἀλλὰ καὶ τὸν Δαβὶδ εἰς μέσον ἤγαγεν…</em>».<a href="#_ftn1" name="_ftnref1">[1]</a> Οι πέτρες της Ιερουσαλήμ, θα μπορούσε να πει κανείς, έβλεπαν πιο καθαρά από τα μάτια των πολλών.</p>
<p style="font-weight: 400;">Ο Βασιλιάς τους, όμως, δεν έρχεται πάνω σε άρμα ή πολεμικό άλογο. &#8220;<em>εὑρὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ᾽ αὐτό</em>&#8221; (Ιω. 12, 14). Ένα γαϊδουράκι, το ζώο της ειρήνης και της ταπεινότητας. Η εικόνα είναι σκόπιμη, μια ζωντανή παραβολή που εκπληρώνει την προφητεία: &#8220;<em>καθώς ἐστι γεγραμμένον· μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου</em>&#8221; (Ιω. 12, 14-15, παραπέμποντας στον Ζαχαρία 9, 9). Η Βασιλεία Του δεν είναι αυτού του κόσμου, η δύναμή Του δεν βρίσκεται στα όπλα, αλλά στην αγάπη και την θυσία. Ακόμα και οι μαθητές, οι πιο κοντινοί Του, δεν συλλαμβάνουν το πλήρες νόημα. &#8220;<em>Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον</em>&#8221; (Ιω. 12, 16). Η κατανόηση θα έρθει αργότερα, μετά την Ανάσταση, όταν το φως της δόξας Του θα φωτίσει τα γεγονότα του παρελθόντος. &#8220;<em>ἀλλ᾽ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ᾽ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ</em>&#8221; (Ιω. 12, 16). Η μνήμη μεταμορφώνεται υπό το φως της Ανάστασης, τα κομμάτια του παζλ βρίσκουν τη θέση τους, το ακατανόητο γίνεται αποκαλυπτικό. Σαν ένα όνειρο που μόνο μετά το ξύπνημα αρχίζεις να ερμηνεύεις, η πορεία προς την Ιερουσαλήμ είναι ένα ποτάμι από σύμβολα, όπου κάθε πέτρα, κάθε κλαδί φοίνικα, κάθε ζητωκραυγή αντηχεί νοήματα που ξεπερνούν την άμεση αντίληψη.</p>
<p style="font-weight: 400;">Η μαρτυρία για την ανάσταση του Λαζάρου είναι ο καταλύτης για την υποδοχή. &#8220;<em>Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ᾽ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν</em>&#8221; (Ιω. 12, 17). Η φήμη του θαύματος προηγείται, προετοιμάζει το έδαφος. &#8220;<em>διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον</em>&#8221; (Ιω. 12, 18). Το «σημείο» γίνεται αφορμή για την εκδήλωση λατρείας, έστω και παρεξηγημένης. Η δύναμη επί του θανάτου ελκύει, γοητεύει, γεννά ελπίδα. Μα αυτή η ίδια δύναμη τρομάζει όσους έχουν βολευτεί στη σκιά του θανάτου, όσους έχουν επενδύσει στην εξουσία που πηγάζει από τον φόβο. Θρησκευτική φοβο-λατρεία. Πόσο πολύ θυμίζει τις μέρες μας… Η Βηθανία και η Ιερουσαλήμ γίνονται οι δύο πόλοι ενός δράματος που εκτυλίσσεται ταυτόχρονα στο φως της ημέρας και στο σκοτάδι των καρδιών. Η αγάπη της Μαρίας, η απληστία του Ιούδα, η περιέργεια του πλήθους, ο φόβος των παραδοσιακών υποκριτών αρχιερέων, η ταπεινή μεγαλοπρέπεια του Χριστού, όλα συνθέτουν το σκηνικό για την τελική αναμέτρηση.</p>
<p style="font-weight: 400;">Και μένει η μυρωδιά του μύρου. Να πλανάται ακόμα, σαν ανάμνηση μιας πράξης απόλυτης αγάπης, σαν υπόσχεση ζωής μέσα στον θάνατο. Μένει ο ήχος των «Ωσαννά», που σύντομα θα πνιγεί από άλλες, πιο σκοτεινές κραυγές. Μένει η εικόνα του Λαζάρου, του ανθρώπου που γύρισε πίσω, φέροντας τη σιωπή του τάφου στα μάτια του. Η πορεία προς την Ιερουσαλήμ δεν τελείωσε εκείνη την ημέρα. Συνεχίζεται μέσα στις ψυχές, σε κάθε γενιά που καλείται να διαλέξει ανάμεσα στην αφοσίωση της Μαρίας και τον υπολογισμό του Ιούδα, την θρησκευτική παράδοση και μεγαλοπρέπεια και την ανατρεπτική ταπεινότητα του Ιησού, ανάμεσα στην κραυγή της πίστης και τον ψίθυρο της αμφιβολίας. Η Βηθανία είναι πάντα κοντά, ο τόπος όπου η αγάπη αψηφά τη λογική και προετοιμάζει για την θυσία. Και η Ιερουσαλήμ περιμένει, η πόλη των αντιφάσεων, όπου ο θρίαμβος και η προδοσία βαδίζουν χέρι-χέρι στους ίδιους δρόμους.</p>
<p style="font-weight: 400;">Καθώς οι σκιές μακραίνουν και το Πάσχα πλησιάζει ξανά, η καρδιά στέκεται μετέωρη, σαν τους μαθητές που δεν καταλάβαιναν ακόμα. Ακούγοντας τον απόηχο των φοινίκων και την υπόκωφη βοή του πλήθους, αναζητώντας το πρόσωπο του Βασιλιά που έρχεται ταπεινά, καθισμένος πάνω στο πουλάρι της ειρήνης, προς το κέντρο του Πάθους, προς την καρδιά της Αγάπης που νικά τον θάνατο. Η σιωπή που ακολουθεί τις ζητωκραυγές είναι βαριά, γεμάτη από το ανείπωτο μυστήριο της σωτηρίας που επιτελείται, μια σιωπή που παραμένει ο ίδιος φόβος, η ίδια προσευχή.</p>
<p style="font-weight: 400;"><strong>Επιτρέπεται η αναδημοσίευση με την προϋπόθεση αναφοράς του ονόματος του συγγραφέα, Επισκόπου Μελιτηνής Μαξίμου Παφίλη.</strong></p>
<p><span style="font-weight: 400;"><strong>Φωτογραφία: </strong><em>Κυριακή των Βαΐων. Τοιχογραφία στο Κυριακό της Σκήτης Καυσοκαλυβίων, Άγιο Όρος, 18ος αιώνας μ.Χ.<br />
</em></span><a title="" href="file:///var/mobile/tmp/com.apple.email.maild/EMContentRepresentation/com.apple.mobilemail/01AB3B84-067F-4CF0-B758-8EA227C11EF0/D1D22110-014E-478A-B206-8D5CAC70A257.html#_ftnref1" name="_ftn1"><span class="gmail-MsoFootnoteReference">[1]</span></a> <a href="https://www.google.co.uk/books/edition/Patrologiae_cursus_completus_Series_grae/kDs2AQAAMAAJ?hl=el&amp;gbpv=1" target="_blank" rel="noopener">Ιωάννης Καντακουζηνός</a>, <i>Τα Ε</i><i>ὑρισκόμενα Πάντα</i>, ἐν <i>Patrologiae Cursus Completus: Series Graeca</i>, επιμ. Jacques-Paul Migne, τ. 154 (Paris: J.-P. Migne, 1866),</p>

<p>Το άρθρο <a rel="nofollow" href="https://tirnavospress.gr/maximos-pafilis-episkopos-melitinis-o-fovos-ton-archiereon/">Μάξιμος Παφίλης, Επίσκοπος Μελιτηνής: Ο Φόβος των Αρχιερέων</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a rel="nofollow" href="https://tirnavospress.gr">TirnavosPress</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>Μάξιμος Παφίλης, Επίσκοπος Μελιτηνής: Το Μέγα Δείπνο της Θείας Βασιλείας</title>
		<link>https://tirnavospress.gr/maximos-pafilis-episkopos-melitinis-to-mega-deipno-tis/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Gio]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 12 Dec 2024 14:38:40 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Εκκλησία]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΟΙΝΩΝΙKA]]></category>
		<category><![CDATA[Αγγλία]]></category>
		<category><![CDATA[Επίσκοπος]]></category>
		<category><![CDATA[Ορθοδοξία]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://tirnavospress.gr/maximos-pafilis-episkopos-melitinis-to-mega-deipno-tis/</guid>

					<description><![CDATA[<p>Η ευαγγελική περικοπή της ερχόμενης Κυριακής ΙΑ΄ Λουκά (Λουκ. 14, 16-24), αποκαλύπτει το μυστήριο της θείας πρόσκλησης στο Μέγα Δείπνο της Βασιλείας του Θεού. Ο Κύριος, αποκαλύπτοντας τα βάθη της θείας οικονομίας, παρουσιάζει την εικόνα ενός ανθρώπου που ετοίμασε δείπνο μέγα και κάλεσε πολλούς. Η πρόσκληση αυτή διαπερνά τους αιώνες και αντηχεί στα βάθη της [&#8230;]</p>
<p>Το άρθρο <a rel="nofollow" href="https://tirnavospress.gr/maximos-pafilis-episkopos-melitinis-to-mega-deipno-tis/">Μάξιμος Παφίλης, Επίσκοπος Μελιτηνής: Το Μέγα Δείπνο της Θείας Βασιλείας</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a rel="nofollow" href="https://tirnavospress.gr">TirnavosPress</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="font-weight: 400;"><strong>Η ευαγγελική περικοπή της ερχόμενης Κυριακής ΙΑ΄ Λουκά (Λουκ. 14, 16-24), αποκαλύπτει το μυστήριο της θείας πρόσκλησης στο Μέγα Δείπνο της Βασιλείας του Θεού.</strong></p>
<p style="font-weight: 400;">Ο Κύριος, αποκαλύπτοντας τα βάθη της θείας οικονομίας, παρουσιάζει την εικόνα ενός ανθρώπου που ετοίμασε δείπνο μέγα και κάλεσε πολλούς.</p>
<p style="font-weight: 400;">Η πρόσκληση αυτή διαπερνά τους αιώνες και αντηχεί στα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης. «Ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα» (Λουκ. 14,17). Η φωνή του δούλου γίνεται η φωνή της Εκκλησίας που καλεί τους ανθρώπους στην κοινωνία με τον Θεό. Ωστόσο, οι προσκεκλημένοι, βυθισμένοι στην άβυσσο της λήθης και της αυτάρκειας, αρνούνται την πρόσκληση. Οι προφάσεις τους αποκαλύπτουν την απόκλιση της ανθρώπινης ελευθερίας που επιλέγει την αυτονομία έναντι της θεανθρώπινης κοινωνίας.</p>
<p style="font-weight: 400;">Η γη, τα βόδια, η γυναίκα &#8211; σύμβολα της προσκόλλησης στα γήινα, αναδεικνύουν το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης που αιχμαλωτίζεται στα δεσμά της ύλης. Η καρδιά του ανθρώπου μεταμορφώνεται σε ακατέργαστη πέτρα, όπου τα πάθη, σαν μαύρα πουλιά στο λυκόφως, κατασπαράζουν κάθε πνευματική προσδοκία. Μέσα στην τραγική αυτή κατάσταση, η ψυχή, δέσμια των υλικών προσκολλήσεων, μοιάζει με πολύτιμο χειρόγραφο που σαπίζει σε υγρό κελάρι, και τα θεόπνευστα λόγια του σβήνουν σιγά-σιγά, καθώς η μούχλα των εγκοσμίων έχει αρχίσει να καταβροχθίζει τις σελίδες του. «Καὶ ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες» (Λουκ. 14,18) &#8211; η φωνή του Ευαγγελίου αντηχεί ως προφητική προειδοποίηση για την τραγωδία της άρνησης που αποκτά οικουμενικές διαστάσεις, καθώς ο άνθρωπος, βυθισμένος στον λήθαργο της πνευματικής αναισθησίας, προτιμά τα πρόσκαιρα από τα αιώνια, τα ορατά από τα αόρατα, τη σκιά από την θέα του θείου φωτός.</p>
<p style="font-weight: 400;">Σε αυτό το σημείο, ο Μέγας Βασίλειος, εμβαθύνοντας στο μυστήριο της πνευματικής υπακοής, διδάσκει με προφητική διαύγεια πως κάθε καθυστέρηση στην υπακοή προς τον Κύριο είναι αλλότρια προς τον μαθητή Του: <em>«Οὕτω καὶ τὸ πρὸς ὀλίγον ἀναβολὴν ἐμποιοῦν τῇ ὀφειλομένῃ τῷ Κυρίῳ ἀμετεωρίστῳ ὑπακοῇ καθῆκον ἀνθρώπινον, κἂν δοκῇ εὔλογον εἶναι, ἀλλότριον ἐστι τοῦ θέλοντος μαθητευθῆναι τῷ Κυρίῳ, καὶ ἀπειλῆς δεινοτέρας ἄξιον».</em><a href="#_ftn1" name="_ftnref1">[1]</a></p>
<p style="font-weight: 400;">Η διδασκαλία αυτή του ιερού πατρός αποκαλύπτει το βάθος της πνευματικής ζωής, όπου η αμεσότητα της ανταπόκρισης στο θείο κάλεσμα αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση της μαθητείας. Η καρδιά που αναβάλλει την υπακοή, έστω και για μικρό διάστημα, μοιάζει με λυχνία που τρεμοσβήνει στον άνεμο της αμφιβολίας, κινδυνεύοντας να χάσει το φως της θείας χάριτος. Ο ιερός πατήρ υπογραμμίζει πως ακόμη και οι φαινομενικά εύλογες προφάσεις &#8211; οι ανθρώπινες υποχρεώσεις και δεσμεύσεις &#8211; δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση στην ανταπόκριση στο θείο κάλεσμα.</p>
<p style="font-weight: 400;">Η «αμετεώριστος υπακοή», την οποία επικαλείται ο Μέγας Βασίλειος, είναι η σταθερή και αδιάλειπτη προσήλωση της ψυχής στο θείο θέλημα, χωρίς ταλαντεύσεις και διστάσεις. Είναι η κατάσταση εκείνη της ψυχής που, σαν πυξίδα προσανατολισμένη στον πνευματικό βορρά, διατηρεί αμετακίνητο τον προσανατολισμό της προς τον Θεό. Η απειλή της βαρύτερης τιμωρίας που αναφέρει δεν είναι απλώς μια εξωτερική ποινή, αλλά η εσωτερική συνέπεια της απομάκρυνσης από την πηγή της ζωής.</p>
<p style="font-weight: 400;">Η οργή του οικοδεσπότη στην περικοπή δεν είναι εκδικητική, αλλά αποκαλυπτική της θείας αγάπης που αναζητά νέους συνδαιτυμόνες. Ο δούλος στέλνεται στις πλατείες και τα σοκάκια της πόλης, εκεί όπου οι πτωχοί, οι αμαρτωλοί, οι ανάπηροι, οι τυφλοί και οι χωλοί &#8211; οι περιθωριοποιημένοι της κοινωνίας &#8211; γίνονται οι εκλεκτοί συνδαιτυμόνες του θείου τραπεζιού. Η ψυχή τους, σαν διψασμένη γη που λαχταρά τη δροσιά του ουρανού, ανοίγεται στο κάλεσμα της χάριτος. Όμως εμείς πολλές φορές, οι αυτοαποκαλούμενοι θεματοφύλακες της ηθικής και της Ορθοδοξίας, έχουμε εμμονή με τους «πλουσίους», αποστρέφουμε το βλέμμα από τους μετανάστες που στοιβάζονται στα κέντρα υποδοχής, από τους τοξικοεξαρτημένους που αναζητούν μια δεύτερη ευκαιρία, από τους φυλακισμένους που προσπαθούν να επανενταχθούν στην κοινωνία, από τα θύματα trafficking που κρύβονται στις σκιές των μεγαλουπόλεων, από τις κάθε είδους μειονότητες που ζητούν μια θέση στον ήλιο. «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν» (Ματθ. 16,24), κι όμως εμείς, φορώντας το προσωπείο του καλού Χριστιανού, λατρεύουμε τον εαυτό μας, συνεχίζουμε να περιχαρακώνουμε τους ναούς μας, μετατρέποντας το τραπέζι της θείας αγάπης σε αποκλειστική λέσχη των &#8220;καθαρών και ευυπόληπτων&#8221;. Η εωσφορική υπερηφάνεια της αυτοδικαίωσής μας μεταμορφώνει το μυστήριο της θείας κοινωνίας σε τραπέζι κοσμικής επίδειξης, όπου οι &#8220;άξιοι&#8221; απολαμβάνουν την πνευματική τους ανωτερότητα, σαν τον Φαρισαίο που προσευχόταν ευχαριστώντας τον Θεό που δεν είναι σαν τους άλλους ανθρώπους. «Ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται» (Λουκ. 14,11), κι όμως, εμείς συνεχίζουμε να υψώνουμε τείχη αποκλεισμού, δίχως να προσκαλούμε κανέναν «πτωχό» στο δείπνο μας παρά μόνον πλουσίους και φαινομενικά ηθικούς.</p>
<p style="font-weight: 400;">Ο λόγος του Κυρίου στη συνέχεια αποκτά δραματική ένταση: «Λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου» (Λουκ. 14,24). Τα λόγια πέφτουν σαν φλεγόμενοι κεραυνοί στη συνείδηση των ακροατών, αποκαλύπτοντας το αδιαπραγμάτευτο της θείας κλήσεως και το ασυμβίβαστο της πνευματικής ζωής με την προσκόλληση στα εγκόσμια. Η απόφαση του Κυρίου φανερώνει το βάθος της θείας δικαιοσύνης που δεν επιδέχεται την χλιαρότητα της πίστεως, αλλά απαιτεί την ολοκληρωτική παράδοση της ψυχής στο θείο θέλημα. Αιώνες αργότερα, η φωνή του Αποστόλου επιβεβαιώνει τη ριζοσπαστική φύση της χριστιανικής κλήσης με λόγια που διαπερνούν σαν ρομφαία την ανθρώπινη καρδιά: «Ἐγὼ τῷ κόσμῳ ἐσταύρωμαι, καὶ ὁ κόσμος ἐμοί» (Γαλ. 6,14). Η σταυρική αυτή ομολογία αποκαλύπτει το μυστήριο της πνευματικής νεκρώσεως προς τον κόσμο, όπου η ψυχή, απογυμνωμένη από κάθε κοσμική προσκόλληση, καθίσταται δεκτική της θείας χάριτος.</p>
<p style="font-weight: 400;">Η θεία προσφορά του Μεγάλου Δείπνου, ωστόσο, δεν σταματά στην πρώτη άρνηση. Η αγάπη του Θεού εκδηλώνεται ως χείμαρρος που διαπερνά τα φράγματα της ανθρώπινης αδιαφορίας. Η εντολή &#8220;ἀνάγκασον εἰσελθεῖν&#8221; (Λουκ. 14,23) αποκαλύπτει το βάθος της θείας φιλανθρωπίας που αναζητά τον άνθρωπο στους δρόμους και τους φραγμούς της ιστορίας.</p>
<p style="font-weight: 400;">Ο νους στέκεται έκθαμβος μπροστά στην παράδοξη αντιστροφή των κοινωνικών δεδομένων. Οι περιθωριοποιημένοι γίνονται κληρονόμοι της Βασιλείας, καθώς η ψυχή τους, όμοια με φύλλο που παραδίδεται στον άνεμο του φθινοπώρου, αφήνεται στην πνοή του Αγίου Πνεύματος. Η άρνηση των πρώτων προσκεκλημένων μεταμορφώνεται σε ευκαιρία σωτηρίας για τους έσχατους.</p>
<p style="font-weight: 400;">Η παραβολή αποκτά οντολογικές διαστάσεις, καθώς διεισδύει στα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης και αποκαλύπτει το μυστήριο της θείας κλήσεως. «Οὐδεὶς τὴν χεῖρα θεὶς ἐπ᾿ ἄροτρον, καὶ στραφεὶς εἰς τὰ ὀπίσω, εὔθετός ἐστιν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 9,62). Τα λόγια του Κυρίου διαπερνούν την ιστορία σαν κοφτερές λεπίδες, αποκαλύπτοντας την ασυμβίβαστη φύση της πνευματικής κλήσης. Η ψυχή, βυθισμένη στο μυστήριο της θείας αποκαλύψεως, καλείται να υπερβεί την διάσταση του χρόνου και να εισέλθει στην αιωνιότητα της θείας Βασιλείας, όπου το άροτρο της πίστεως χαράσσει αύλακες πνευματικής καρποφορίας στο χώμα της καρδίας. Η οπισθοδρόμηση του βλέμματος προς τα εγκόσμια μαρτυρεί την εσωτερική διάσπαση της υπάρξεως, που μοιάζει με αναρριχητή μετέωρο στην πλαγιά ενός βουνού, διχασμένο ανάμεσα στην έλξη της ασφαλούς κατάβασης και την πρόκληση της κορυφής, ανίκανο να αφεθεί ολοκληρωτικά στην ανοδική πορεία προς το φως της θείας χάριτος.</p>
<p style="font-weight: 400;">Η πρόσκληση στο Μέγα Δείπνο παραμένει ανοιχτή, διαπερνώντας τους αιώνες σαν φως που διαθλάται μέσα από το πρίσμα του χρόνου. Αντίθετα με τους πλούσιους και ισχυρούς, που υπερήφανοι για τη δύναμή τους αρνούνται το θείο κάλεσμα και παραμένουν έξω από το νυμφώνα, ο οίκος του Θεού, όπως γράφει ο Απόστολος, γεμίζει από ανθρώπους που αναγνωρίζουν τη φτώχεια του πνεύματός τους. Στα πρόσωπά τους αντανακλάται η λάμψη της θείας χάριτος, σαν τα φώτα που καθρεφτίζονται στα νερά της νύχτας.</p>
<p style="font-weight: 400;">Ο μονογενής Υιός του Θεού, που ήρθε όχι για να κρίνει αλλά για να σώσει τον κόσμο, συνεχίζει να προσκαλεί στο μυστήριο της θείας αγάπης. Κάθε Θεία Λειτουργία γίνεται επανάληψη του Μεγάλου Δείπνου, όπου η αιωνιότητα τέμνει τον χρόνο και η θεία αγάπη εκχύνεται ως ποταμός ζωής, πλημμυρίζοντας τις καρδιές των πιστών με τα νερά της θεογνωσίας. Εκεί, στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, η ψυχή βρίσκει την πληρότητά της, καθώς το σώμα και το αίμα του Χριστού γίνονται τροφή αθανασίας. Ο ναός μεταμορφώνεται σε προθάλαμο του ουρανού, όπου οι άγγελοι συλλειτουργούν με τους ανθρώπους, και η ύπαρξη, όμοια με κερί που λιώνει μπροστά στο θείο πυρ, παραδίδεται στην αγκαλιά της άκτιστης χάριτος. «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε», αντηχεί η φωνή της Εκκλησίας, καθώς η θεία κοινωνία γίνεται γέφυρα που ενώνει τον ουρανό με τη γη, και ο άνθρωπος, μέτοχος των θείων μυστηρίων, εισέρχεται στον νυμφώνα της θεανθρώπινης ενώσεως.</p>
<p style="font-weight: 400;">Στη μυστική αυτή τράπεζα, όπου ο χρόνος συναντά την αιωνιότητα, η λειτουργική εμπειρία μεταμορφώνει την ύπαρξη. Η ψυχή, καθαρμένη από την μετάνοια και τη νηστεία, γίνεται δοχείο της θείας χάριτος. Τα πάθη υποχωρούν σαν πρωινή ομίχλη μπροστά στον ανατέλλοντα ήλιο, καθώς η καρδιά ανοίγεται στο κάλεσμα του ουρανού.</p>
<p style="font-weight: 400;"><strong>Επιτρέπεται η αναδημοσίευση με την προϋπόθεση αναφοράς του ονόματος του συγγραφέα, Επισκόπου Μελιτηνής Μαξίμου Παφίλη.</strong></p>
<p style="font-weight: 400;">
<p><strong><a href="https://epantokrator.gr/%CE%9F%CF%85%CF%81%CE%AC%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%9B%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CE%AF%CE%B1-4/" target="_blank" rel="noopener">Φωτογραφία</a>:</strong><span style="font-weight: 400;"> <em>Τμήμα της Ουράνιας Θείας Λειτουργίας στον τρούλλο της Ιεράς Μονής Παντοκράτορος, Άγιον Όρος. Εικονίζονται αρχάγγελοι-διάκονοι που μεταφέρουν σε πομπή τον επιτάφιο με τον νεκρό Χριστό, με επικεφαλής άγγελο που κρατά ριπίδιο και χερουβείμ να συμπληρώνουν τη σύνθεση.</em></span></p>
<p><a href="#_ftnref1" name="_ftn1">[1]</a> Βασίλειος Καισαρείας, &#8220;Τα Ευρισκόμενα Πάντα,&#8221; εν Patrologiae cursus completus: Series graeca, επιμ. Jacques-Paul Migne, τ. 31 (Paris: J.-P. Migne, 1857), 1521.</p>

<p>Το άρθρο <a rel="nofollow" href="https://tirnavospress.gr/maximos-pafilis-episkopos-melitinis-to-mega-deipno-tis/">Μάξιμος Παφίλης, Επίσκοπος Μελιτηνής: Το Μέγα Δείπνο της Θείας Βασιλείας</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a rel="nofollow" href="https://tirnavospress.gr">TirnavosPress</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
