Με τη Μυρωδιά του Τσίπουρου και τα Σημάδια της Ιστορίας: Ένα Ταξίδι στον Τύρναβο του Χθες (1949)

Της Κωνσταντινιάς Πατσή*

Κάθε φορά που περπατώ στους δρόμους της πόλης μας ή στρέφω το βλέμμα προς τη Μελούνα, συλλογίζομαι πώς αποτυπώθηκε ο τόπος μας στη μνήμη όσων τον γνώρισαν, τον επισκέφθηκαν ή έζησαν εδώ, είτε σε μεγάλες ιστορικές στιγμές είτε στην ήρεμη καθημερινότητά του. Πρόσφατα, ξεφυλλίζοντας παλιά δημοσιογραφικά αρχεία, έπεσα πάνω σε ένα συγκλονιστικό άρθρο-αφιέρωμα του δημοσιογράφου Δημήτρη Λαμπίκη με τίτλο «Θεσσαλικές Αναμνήσεις: Ο Τύρναβος» (1949). Ένιωσα την ανάγκη να μοιραστώ μαζί σας ολόκληρο αυτό το κείμενο, γιατί η γλαφυρότητα με την οποία περιγράφει τον Τύρναβο των αρχών του 20ού αιώνα, τη μοναδική του ατμόσφαιρα αλλά και τις σημαντικές προσωπικότητες του Τυρνάβου, μας επιτρέπει να ταξιδέψουμε πίσω στον χρόνο και να νιώσουμε τον αυθεντικό παλμό μιας άλλης εποχής..

Ας αφήσουμε, λοιπόν, τον ίδιο τον Δημ. Λαμπίκη να μας ταξιδέψει στον χρόνο, ξεκινώντας από εκείνη την παγωμένη νύχτα του 1912:

«Τον πρωτογνώρισα νύχτα στα 1912, κατεβαίνοντας από τη Μελούνα. Και τον κατάλαβα από μακριά μάλιστα, από τη μυρωδιά του. Ήμουν στρατιώτης της 5ης Μεραρχίας και ερχόμουν μαζί με άλλους οπλίτες, μέσα σε μια πρόωρα γερασμένη φίατ, από την Κοζάνη στη Λάρισα. Ξεκινήσαμε από την Κοζάνη το πρωί μιας κρύας δεκεμβριανής ημέρας και φτάσαμε στον Τύρναβο το βράδυ. Έτσι ταξιδεύαμε τότε, όπως ακριβώς και στην εποχή του Ειρηναίου Ασωπίου.

Στην Μελούνα τα φανάρια μας έπαθαν βλάβη, χάσαμε τον δρόμο και προχωρούσαμε σιγά και με πολλή προσοχή… Βρισκόμασταν στα ιστορικά υψώματα, σε θέσεις με ξεχωριστή σημασία στο θέατρο της ελληνικής ιστορίας: Μελούνα, Λοσφάκι, Σιδεροπάλουκο, Μενεξές, στις πλαγιές του Ολύμπου, όλα όμως ήταν βυθισμένα στο σκοτάδι… “Κβο βάντις;” (Πού πηγαίνεις;) ρώτησε κάποιος από εμάς, αλλά εκείνος δεν απάντησε.

Κάποια στιγμή όμως, το απαλό αεράκι μού έφερε ένα παρήγορο μήνυμα: ένα μακρινό άρωμα βακχικού λιβανιού που μου έδωσε τον προσανατολισμό. Και αμέσως ανέλαβα την πρωτοβουλία να… καθοδηγήσω τον οδηγό: — Προχώρα εκεί που φαίνονται τα φώτα, του είπα. Εκεί είναι ο Τύρναβος. Δεν καταλαβαίνεις ότι όσο προχωράμε, τόσο έρχεται πιο έντονη η μυρωδιά του; »

Το άρωμα που ταξίδεψε εκείνο το βράδυ μέχρι το πέρασμα της Μελούνας δεν ήταν απλώς ένας οδηγός μες στο σκοτάδι, αλλά το πρώτο, σχεδόν μεθυστικό καλωσόρισμα του Τυρνάβου. Αυτή η γνώριμη μυρωδιά, συνυφασμένη με την ιστορία της πόλης για δεκαετίες, γίνεται για τον Δημήτριο Λαμπίκη το καλωσόρισμα του στην αυθεντική ψυχή του Τυρνάβου.. Έτσι, μας παρασύρει στις πρώτες του εικόνες από έναν τόπο ζωντανό, γεμάτο ανθρώπους με ξεχωριστή καθημερινότητα.

«Δύο ονομαστές θεσσαλικές πόλεις είχαν μια ιδιαίτερη, δική τους μυρωδιά: τα Φάρσαλα και ο Τύρναβος. Τα Φάρσαλα μύριζαν ψημένα στραγάλια και χαλβά. Ο Τύρναβος μύριζε τσίπουρο — το ξακουστό προϊόν του τόπου. Από εκείνη την πρώτη μου γνωριμία με τον Τύρναβο, δεν έμεινε στη σκέψη μου τίποτα άλλο παρά μερικά σκοτεινά σοκάκια, λίγα μαγαζιά γεμάτα από περαστικούς φαντάρους και η άφθονη μυρωδιά του τσίπουρου, διάχυτη παντού: στα μαγαζιά, στα σπίτια, στους στάβλους, στις γειτονιές, στους κήπους, ακόμα και στα κοντινά χωράφια. Δεν ξέρω πώς, αλλά μου έμεινε η εντύπωση ότι όλα τα έμψυχα όντα στον Τύρναβο, εξαιτίας της διαρκούς αναθυμίασης του ελαφρού αλκοόλ, βρίσκονταν σε μια κατάσταση διαρκούς και ευχάριστης ευθυμίας, την οποία θα ζήλευαν πολύ οι αρχαίοι Συβαρίτες. Και οι άνθρωποι, και οι κόκορες, και τα σκυλιά, και τα… αιγοειδή, μέχρι και τα υπομονετικά υποζύγια. Δεν συζητώ για όλα τα άλλα, αλλά για τους ανθρώπους πάντως ἀργότερα διεπίστωσα τὸ ἀντίθετο..

Αυτή η σχεδόν διονυσιακή ατμόσφαιρα που περιγράφει ο Λαμπίκης για το 1912, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πραγματικότητα που συνάντησε χρόνια αργότερα, το 1929, όταν ανακαλύπτει μια πόλη που πίσω από το εύθυμο άρωμα του τσίπουρου, προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάπτυξη, την κρατική αδιαφορία και την ανασφάλεια της εποχής.

«Τους βρήκα πολύ γκρινιάρηδες, επειδή το κράτος αδιαφορούσε για την ωραία κωμόπολή τους και δεν έδειχνε ενδιαφέρον για τα προϊόντα της. Γιατί ο Τύρναβος δεν παράγει μόνο ούζο. Χτισμένος σε μια εύφορη περιοχή —στην τοποθεσία του αρχαίου Πελασγικού Άργους ή, καλύτερα, της Περραιβικής Φαλάννης— και όντας οδικός κόμβος, είχε αναπτύξει από τα παλιά χρόνια το εμπόριο και την οικιακή βιοτεχνία με μεταξωτά, υφαντά και άλλα παρόμοια προϊόντα που έφταναν μέχρι την Κεντρική Ευρώπη. Περασμένα μεγαλεία.

Τον Τύρναβο τον γνώρισα καλά —και ένιωσα μια ευχάριστη έκπληξη από τα μοντέρνα καταστήματά του, τον ηλεκτροφωτισμό του και όλες τις σύγχρονες ανέσεις— κατά το δεύτερο δημοσιογραφικό μου ταξίδι στα 1929, όταν ως απεσταλμένος στη Θεσσαλία αθηναϊκής εφημερίδας δημοσίευσα το πρώτο μου άρθρο για τον Τύρναβο, με τον τίτλο “Ο ληστογείτων Τύρναβος”. Κι αυτό γιατί εκείνη την εποχή οι λήσταρχοι (που είχαν διαδεχτεί τον Τουραχάν και τον Βελή, γιο του Αλή Πασά), όπως ο Μπαμπάνης, ο Τζατζιάς και ο Τράντος, είχαν στήσει το δικό τους “κράτος” στη Βόρεια Θεσσαλία και είχαν τα… λημέρια τους στα βουνά γύρω από τον Τύρναβο.  Έγραψα τότε για το πώς έστελναν εκβιαστικά γράμματα στους εύπορους χωρικούς για να τους αποσπάσουν χρήματα. Ο Αγορογιάννης από τη Λάρισα, τον οποίο είχαν πιάσει αιχμάλωτο, μου διηγήθηκε πολλά και τα κατέγραψα. Έγραψα επίσης ότι για πολύ λίγο γλίτωσε να μην πιαστεί αιχμάλωτος ένα απόγευμα ο ίδιος ο διοικητής του Σώματος Στρατού, Στρατηγός Β. Κουρουσόπουλος. Έγραψα ακόμη για τις ανάγκες της όμορφης αυτής κωμόπολης, για τα σχολεία της, το ειρηνοδικείο της, τα καπνά της, τις συγκοινωνίες της και τα αιώνια παράπονά της απέναντι στο Κράτος. Φαντάζομαι ότι και τώρα, μετά από 20 χρόνια, αυτά τα προβλήματα του Τυρνάβου θα παραμένουν άλυτα

Ωστόσο, πέρα από τα διαχρονικά προβλήματα και τις δυσκολίες, εκείνο που φωτίζει την ιστορία μας και κάνει την καρδιά κάθε Τυρναβίτισσας/ίτη να χτυπά με περηφάνια είναι οι άνθρωποί μας. Στο επόμενο μέρος του άρθρου του, ο Λαμπίκης ξεδιπλώνει με θαυμασμό έναν μακρύ κατάλογο από σπουδαίες προσωπικότητες του πνεύματος και της επιστήμης που γέννησε ο Τύρναβος, κάνοντας ιδιαίτερη και βαθιά αναφορά στον μεγάλο μας φιλόλογο, τον Θεόδωρο Αξενίδη:

«Και να σκεφτεί κανείς ότι ο Τύρναβος, πρωτεύουσα μιας σπουδαίας επαρχίας —όπου παλαιότερα πολιτεύονταν εκεί ο Λιμπρίτης και ο Λαπαθιώτης— είναι η πατρίδα εκλεκτών Νεοελλήνων. Θα αναφέρω μερικά ονόματα από όσα θυμάμαι αυτή τη στιγμή: Τάκης Γ. Ροδόπουλος (ο σημερινός υπουργός, του οποίου ο πατέρας, Γεώργιος Ροδόπουλος, είχε γεννηθεί στο Αίγιο αλλά εγκαταστάθηκε και πολιτευόταν στον Τύρναβο), Δ. Ανδρεάδης, Α. Τζάρτζανος, Θ. Αξενίδης, Τσιμπλούλης, Ναός, Δημητριάδης, Φερόπουλος, Αγγελίδης, Σακελλάριος, Μουλούλης, Κατσάκος, Χρυσοχόος, Τότσιος, Ζήλος (ο γνωστός δικαστικός), Πλάκας, Λάμπρου, Ταουσάνης, Μιχαηλίδης, Ζαφειριάδης.  Πιο πάνω ανέφερα τον Αξενίδη. Πρέπει να εξηγήσω ότι ο Θεόδωρος Δ. Αξενίδης, καθηγητής φιλολογίας και εκλεκτός διανοούμενος, συνέγραψε και εξέδωσε πέρυσι μια αξιόλογη ιστορική πραγματεία σε έναν καλοτυπωμένο τόμο 280 σελίδων, με τον τίτλο “Η Πελασγίς Λάρισα και η Αρχαία Θεσσαλία”. Είναι από τις λίγες μελέτες που αξίζουν —για να μην πω η μοναδική— ως εισαγωγή στην ιστορία της Θεσσαλίας. Ο κ. Αξενίδης, αν ανήκε σε κλίκες, θα είχε εξυμνηθεί με το παραπάνω. Όμως, επειδή είναι ένας απλός εκπαιδευτικός, συγγραφέας και ιστοριοδίφης, δεν είναι —ευτυχώς— ούτε Ακαδημαϊκός! Σαν τον Πιρόν[1].  Αλλά ο Τύρναβος —που τον έφερα τώρα ξανά στις αναμνήσεις μου— διαθέτει και σπουδαίο λαογραφικό υλικό, όπως είχα γράψει και πριν από 20 χρόνια. Αυτό το υλικό πρέπει να συγκεντρωθεί και να διαφυλαχθεί

Κλείνοντας το κείμενό του, ο Λαμπίκης αφήνει κάτι περισσότερο από μια ιστορική καταγραφή, αφήνει μια παρακαταθήκη. Διαβάζοντάς τον σήμερα, νιώθω πως η προτροπή του παραμένει επίκαιρη όσο ποτέ. Ο τόπος μας δεν είναι μόνο οι δρόμοι και τα κτίρια, είναι οι μνήμες, οι άνθρωποι, η λαογραφία, οι ιστορίες και οι προσωπικότητες που άφησαν το αποτύπωμά τους στον χρόνο. Και όλα αυτά είναι δική μας ευθύνη να τα θυμόμαστε, να τα αναδεικνύουμε και να τα παραδίδουμε ζωντανά στις επόμενες γενιές.

Το τσίπουρο συνεχίζει να μοσχοβολά στα καζάνια μας, η Μελούνα στέκει πάντα εκεί μάρτυρας των αγώνων μας, αλλά το πραγματικό μας χρέος είναι να κρατήσουμε ζωντανή αυτή την πνευματική κληρονομιά. Οφείλουμε να μαζέψουμε αυτά τα πολύτιμα κομμάτια του παρελθόντος, να αναδείξουμε την πλούσια ταυτότητά μας και να αποδείξουμε ότι ο τόπος αυτός συνεχίζει να γεννά ανθρώπους του πνεύματος και του μόχθου.

Φωτ. Τύρναβος : ‘Ένα όμορφο σπιτάκι εις τήν συνοικία «Καραβάκι». Πηγή Δημοσθένης Ανδρεάδης, Επαρχία Τυρνάβου

*Η Κωνσταντινιά Πατσή είναι Διευθύντρια του ΓΕ.Λ Τυρνάβου. Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, κάτοχος Μεταπτυχιακών  διπλωμάτων,  Master of Business Administration (MBA) του Staffordshire University και Οργάνωση και Διοίκηση της Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας


[1] Αναφορά στον Γάλλο λογοτέχνη Αλεξί Πιρόν, ο οποίος θεωρήθηκε σημαντικός διανοούμενος χωρίς να αναγνωριστεί θεσμικά από την Ακαδημία της εποχής του.