Από το «τι κακό έχουν οι μολότοφ» στον θάνατο. Όταν η ανοχή στη βία γυρίζει μπούμερανγκ στη Δημοκρατία

Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική που οι λέξεις δεν χάνονται. Μένουν καταγεγραμμένες και αποκτούν διαφορετικό βάρος όταν η πραγματικότητα τις ξεπερνά με τραγικό τρόπο. Μία από αυτές ήταν τον Ιούλιο του 2017, όταν στη Βουλή ο τότε πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, απαντώντας στον βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Κώστα Τζαβάρα, επέλεξε να αστειευτεί για τις μολότοφ.

Όταν ο κ. Τζαβάρας είπε ότι «το μόνο που γίνεται στα πανεπιστήμια είναι να κατασκευάζουν μολότοφ», ο Αλέξης Τσίπρας απάντησε χαμογελώντας: «Και τι κακό έχουν οι μολότοφ;». Στην επισήμανση ότι «καίνε κόσμο», συνέχισε λέγοντας: «Εξαρτάται σε ποια μεριά είσαι όταν πέφτουν οι μολότοφ. Εκεί που τις ρίχνουν ή εκεί που πέφτουν;».

Εκείνη τη στιγμή αρκετοί το αντιμετώπισαν ως ένα κοινοβουλευτικό πείραγμα. Σήμερα όμως, μετά τα τραγικά γεγονότα που συγκλόνισαν τη χώρα, τα συγκεκριμένα λόγια ακούγονται διαφορετικά.

Την ίδια περίοδο, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είχε προχωρήσει σε αλλαγές στο ποινικό πλαίσιο, με αποτέλεσμα η κατοχή και κατασκευή βομβών μολότοφ, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να αντιμετωπίζεται ευνοϊκότερα σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς, γεγονός που είχε προκαλέσει έντονες πολιτικές αντιδράσεις και κατηγορίες ότι υποβαθμίζεται η επικινδυνότητα τέτοιων πράξεων.

Για χρόνια, η κοινωνία παρακολουθούσε να παρουσιάζονται ως περίπου «ακτιβισμός» ενέργειες όπως οι καταλήψεις, οι επιθέσεις με μπογιές, τα τρικάκια, οι βανδαλισμοί και οι εισβολές σε δημόσιους χώρους και πολιτικά γραφεία. Κάθε φορά υπήρχαν εκείνοι που επιχειρούσαν να υποβαθμίσουν τη σοβαρότητα των περιστατικών, θεωρώντας τα μορφές πολιτικής έκφρασης.

Όμως η βία δεν μένει ποτέ στάσιμη. Όταν κανονικοποιείται, όταν αντιμετωπίζεται με χαμόγελα ή με πολιτικές δικαιολογίες, αργά ή γρήγορα κλιμακώνεται. Από τις φθορές περνά στους εμπρησμούς και από εκεί στις ανθρώπινες ζωές.

Η πρόσφατη εμπρηστική επίθεση έξω από το σπίτι πολιτικού στελέχους της Νέας Δημοκρατίας, που είχε ως τραγικό αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή της η Βάγια Νέστωρα, μητέρα της πολιτεύτριας της Νέας Δημοκρατίας Αφροδίτης Νέστωρα, αποτελεί το πιο σκληρό υπενθύμισμα ότι οι εμπρηστικοί μηχανισμοί δεν είναι ούτε σύμβολα ούτε αστεία. Είναι όπλα που σκοτώνουν.

Η Δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο από όσους κατασκευάζουν και πετούν μολότοφ. Κινδυνεύει και όταν η πολιτική ηγεσία αντιμετωπίζει τέτοια φαινόμενα με επιπολαιότητα, χιούμορ ή ανοχή. Γιατί κάθε μήνυμα που εκπέμπεται από την κορυφή του πολιτικού συστήματος διαμορφώνει αντιλήψεις και όρια.

Σήμερα, μετά από έναν θάνατο, οι φράσεις που κάποτε προκάλεσαν γέλια επιστρέφουν ως μια σκληρή υπενθύμιση ότι η πολιτική ευθύνη δεν αφορά μόνο τους νόμους που ψηφίζονται, αλλά και τα μηνύματα που εκπέμπονται. Και όταν οι κυβερνώντες παίζουν με τη βία ή την υποτιμούν, το τίμημα μπορεί να αποδειχθεί βαρύ για ολόκληρη τη Δημοκρατία.